Ποιός μπορεί να αλλάξει τον κόσμο;

 

‘Quand tu veux construire un bateaux,
 ne commence pas par rassembler du bois,
 couper des planches et distribuer du travail,
 mais reveille au sein des hommes le désir de la mer
 grande and large’

 Antoine de Saint-Exupéry

 

Συμπληρώνεται φέτος ένας αιώνας από τη γέννηση του μεγάλου Αμερικανοεβραίου μουσικού Leonard Bernstein (1918-1990). O Bernstein δεν υπήρξε μόνο ο πρώτος γεννημένος στην Αμερική μαέστρος που διηύθυνε μια από τις μεγάλες Αμερικανικές ορχήστρες, τη Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης, αλλά πολύ περισσότερο υπήρξε μια εμβληματική προσωπικότητα της μουσικής του 20ου αιώνα, το enfant terrible της Αμερικανικής μουσικής, ο Homo universalis, ο ‘Αναγεννησιακός άνθρωπος’ με την πολυσχιδή προσωπικότητα, ο πολυμαθής και πολύγλωσσος, το ‘αιώνιο Wunderkind’ ή ο ‘Peter Pan της μουσικής’, όπως τον χαρακτήρισαν, ο συνθέτης, διευθυντής ορχήστρας, πιανίστας, παιδαγωγός, συγγραφέας και ποιητής. Ο Lenny γεννήθηκε στην Μασσαχουσέτη, σπούδασε πιάνο με την Isabelle Vengerova, και διεύθυνση ορχήστρας με τον Fritz Reiner και τον Serge Koussevitzky, επηρεάστηκε καθοριστικά από τις μουσικές προσωπικότητες των Δημήτρη Μητρόπουλου και Aaron Copland, σπούδασε στο Harvard, διηύθηνε τις μεγαλύτερες ορχήστρες του κόσμου, ηχογράφησε με τη Φιλαρμονική της Βιέννης το μεγαλύτερο μέρος του κλασικού ρεπερτορίου, συνέθεσε συμφωνική μουσική αλλά και μιούζικαλ για το Broadway που έχουν ήδη μείνει κλασικά, όπως το Candide και το West Side Story, μουσική για θεατρικές παραστάσεις και κινηματογραφικά φίλμς, όπως για το ‘Peter Pan’ του J. M. Barrie και το ‘On the waterfront’ του Ηλία Καζάν, αφιέρωσε πολύ από τον χρόνο του στην μουσική εκπαίδευση, αγάπησε με πάθος τη jazz μουσική και τους Beatles, ταξίδεψε σ’όλον τον κόσμο και πέθανε στη Νέα Υόρκη νικημένος από το τσιγάρο που ποτέ δεν αποχωρίζονταν τα δάκτυλα του· ετάφη στο Brooklyn, με την παρτιτούρα της 5ης συμφωνίας του Mahler ακουμπισμένη στο στήθος του. Παρότι υπήρξε αμφιλεγόμενη για πολλούς προσωπικότητα και χαρακτηρίστηκε από πολλούς ως ναρκισσιστής και αριβίστας, καθώς επίσης και ότι διέθετε ένα ‘προ-Κοπερνίκιο’ Εγώ, δηλαδή έβλεπε όλον τον κόσμο να περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του, δεν υπάρχει νομίζω καμμιά αμφιβολία ότι υπήρξε ένας χαρισματικός μουσικός και άνθρωπος που μπορούσε να μαγνητήσει όσους είχαν την τύχη να βρίσκονται κοντά του. Σε τούτο εδώ το κείμενο θα ήθελα ιδιαίτερα να αναφερθώ στην ιδιότητα του Bernstein ως παιδαγωγού και εξ’αφορμής αυτού να αναλογιστώ τα στοιχεία εκείνα που διακρίνουν τον μεγάλο δάσκαλο.

Ο Bernstein είχε πολλούς μαθητές και αγκάλιασε γενναιόδωρα τους νέους. Έδωσε απειράριθμες διαλέξεις εντός και εκτός Αμερικής. Θα τον θυμόμαστε όμως ιδιαίτερα για δυο σειρές διαλέξεων. Η πρώτη ήταν οι Norton Lectures στο Harvard, με το γενικότερο τίτλο ‘The Unanswered Question’· μια σειρά έξι διαλέξεων που δόθηκαν ειδικά για την τηλεόραση το 1973, πάνω σε ‘δύσκολα’ μουσικολογικά ζητήματα όπως η μουσική φωνολογία, η μουσική σύνταξη και σημαντική (εμφανώς επηρεασμένος από τις γλωσσολογικές έρευνες εκείνης της εποχής του Noam Chomsky), η ασάφεια (ambiguity) στην μουσική, καθώς και η ‘κρίση’ της μουσικής και οι νέες προσεγγίσεις στον 20ο αιώνα. Η δεύτερη είναι τα Young People’s Concerts. Ένας θεσμός της Φιλαρμονικής ορχήστρας της Νέας Υόρκης ο οποίος ξεκίνησε τη δεκαετία του ᾽20 αλλά απογειώθηκε την εποχή που ο Bernstein ήταν αρχιμουσικός της. Επρόκειτο για συναυλίες που απευθύνονταν σε παιδιά κι εφήβους, που έδωσε η Φιλαρμονική αρχικά στο Carnegie Hall και αργότερα στο νεόδμητο Lincoln Center, Κυριακές απογεύματα. Δεν ήταν όμως οι τυπικές συναυλίες κλασικής μουσικής, αλλά πολύ περισσότερο ανεκτίμητα μαθήματα προς τους νέους πάνω στα βασικά της μουσικής. Σ’αυτές τις συναντήσεις ο Lenny φιλοδοξούσε να αποκρυπτογραφήσει και να αποκαλύψει στους νεαρούς του φίλους τα μυστικά της κλασικής μουσικής, αναλύοντας, διευθύνοντας και παίζοντας πιάνο. Στα χρόνια από το 1958 που ανέλαβε τη διεύθυνση της ορχήστρας έως το 1972 έδωσε 53 παραστάσεις/μαθήματα, που μεταδόθηκαν ζωντανά από την τηλεόραση του CBS καθώς επίσης και σε 40 χώρες σ’όλον τον κόσμο. Η τεράστια φήμη που απέκτησε ο Bernstein, ειδικότερα στο ευρύ κοινό, οφείλεται εν πολλοίς και στην ‘έκρηξη’ της τηλεόρασης τις δεκαετίες του ’50, ’60 και ’70 στην Αμερική. Σ’αυτές τις συναυλίες ασχολήθηκε με θεμελιώδη αλλά και δυσπρόσιτα ερωτήματα όπως ‘ Τί είναι μουσική;’, ‘Τί είναι μια μελωδία;’ (βλέπε βίντεο στο τέλος του κειμένου), ‘Τί είναι ενορχήστρωση;’, ‘Η ανατομία μιας κλασικής ορχήστρας’ ή ‘Το χιούμορ στην μουσική’, αλλά έκανε επίσης και αφιερώματα στους μουσικούς του ήρωες όπως ο Mahler, ο Stravinsky, ο Copland και ο Hindemith και ανέλυσε έργα όπως ο ‘Don Quixote’ του Richard Strauss, τα ‘Πεύκα της Ρώμης’ του Respighi και οι ‘Πλανήτες’ του Holst.

Γιατί όμως ο Bernstein αναγνωρίζεται ως ένας χαρισματικός δάσκαλος; Τί κάνει τον μεγάλο δάσκαλο; Ποιά χαρακτηριστικά χρειάζεται να διαθέτει; Τί κρύβεται αλήθεια πίσω από αυτήν την ‘μυστική’ λέξη ‘μεταδοτικότητα’; Το πρώτο στοιχείο, όπως φυσικά και σε ό,τι άλλο κάνει κανείς στη ζωή, είναι νομίζω ο ενθουσιασμός και το πάθος. Για τον καλό δάσκαλο, η διδασκαλία δεν είναι μια ‘τεχνητή’ διαδικασία, ένας ρόλος, μια ακόμη υποχρέωση μέσα στην μέρα του, αλλά αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής του. Στη διδασκαλία ο δάσκαλος αποκαλύπτει τον εαυτό του, την αλήθειά του, τη ζωή του, για να γίνει ένα αυθεντικό παράδειγμα για τους μαθητές του. Κι όταν είναι αληθινός τότε δεν μπορεί παρά να μεταδώσει το πάθος και τον ενθουσιασμό του και να συνεγείρει. Για τον Bernstein όλη του η ζωή ήταν η τέχνη γενικότερα και η μουσική ειδικότερα. Το να μιλάει για ποίηση, λογοτεχνία, ζωγραφική, γλώσσα, αλλά και για τις ζωές των μουσικών ήταν εντελώς φυσικό, αφού συντροφιά με όλα αυτά πέρναγε τα ατέλειωτα βράδια που ξαγρυπνούσε μελετώντας ή συνθέτοντας στο πιάνο του. Κι ο ενθουσιασμός φαίνεται στις κινήσεις και στον τόνο της φωνής του και στο λόγο του, ένα λόγο μεστό, ισορροπημένο, πλούσιο, ενδιαφέροντα, που πήγαινε κατευθείαν στο μυαλό και στις καρδιές των ακροατών του και κατά πως θα έλεγε και ο Benjamin Zander έκανε τα μάτια να λάμπουν! Πέραν όμως του πάθους χρειάζεται και βαθειά, στέρεη γνώση. Ο Bernstein είχε μελετήσει τα μουσικά κείμενα σε βάθος και όντας συνθέτης ο ίδιος είχε καταφέρει να διεισδύσει στην ψυχή των μεγάλων συνθετών και να ‘κατανοήσει’ τις προθέσεις τους. Η καθαρή και οξεία ματιά του, η ικανότητά του να βλέπει αυτό που για τους πολλούς δεν ήταν ορατό, η ανάλυση που συνήθιζε να κάνει σε σημαντικά έργα του ρεπερτορίου ήταν απαράμιλλη και βοήθησε πολλούς νέους μουσικούς να προσεγγίσουν αυτά τα έργα διαφορετικά και να ανοίξουν νέοι ορίζοντες γι’αυτούς. Και η γνώση χτίστηκε σταδιακά και μεθοδικά, όχι μόνο λόγω των στέρεων ακαδημαϊκών σπουδών και της άοκνης προσωπικής εργασίας, αλλά και γιατί, διψώντας σαν μέλισσα για νέκταρ, επεδίωξε να βρεθεί κοντά στα πραγματικά κορυφαία μουσικά αναστήματα της εποχής του και να μαθητεύσει δίπλα στους πραγματικά μεγάλους. Και φυσικά δεν ήταν έκπληξη το ότι οι πραγματικά μεγάλοι αναγνώρισαν αμέσως στο βλέμμα του την ‘ζωώδη’ ενέργεια ενός νέου ‘σαν έτοιμου από καιρό, σαν θαρραλέου…’.

Ένα άλλο γνώρισμα του μεγάλου παιδαγωγού είναι νομίζω η δυνατότητα να προσαρμόζεται στις ανάγκες των μαθητών του και όχι το αντίθετο. Ο διδάσκων οφείλει πιστεύω να μπεί στη θέση του ακροατηρίου του, να μπορέσει να αντιληφθεί τις προθέσεις και τις επιθυμίες του. Γιατί πάει ένας έφηβος μια Κυριακή μεσημέρι σε ένα σκοτεινό συναυλιακό μέγαρο προκειμένου να ακούσει κάποιον να μιλάει για κλασική μουσική; Τί θα ήθελε να μάθει, να καταλάβει, να κατακτήσει; Βλέποντας κανείς τον Lenny να μιλάει στους φοιτητές μουσικολογίας του Harvard και στους νεαρούς φίλους του στα Young People’s Concerts, καταλαβαίνει κανείς αμέσως τον μεγάλο δάσκαλο. Τον δάσκαλο που μπορεί να προσεγγίσει το ίδιο θέμα της τέχνης του άλλοτε με απλότητα και άλλες φορές με εμβρίθεια και βάθος, αναλόγως της προπαρασκευής και των δυνατοτήτων του κοινού του. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί αναλύοντας τα πιο δυσνόητα μουσικολογικά ζητήματα βρίθει ποιητικού πλούτου αλλά και επιστημονικής ακρίβειας όταν απευθύνεται σε επαΐοντες, ενώ την ίδια ώρα μιλώντας σε ένα νεανικό ακροατήριο δεν διστάζει να επιστρατεύσει το χιούμορ αλλά ακόμη και μια ιδιωματική γλώσσα και παραδείγματα οικεία, που μπορούσαν να κρατήσουν την προσοχή των παιδιών για περισσότερο από μια ώρα. Και φυσικά είναι εξαιρετικώς δύσκολο να κρατήσει κανείς αμείωτο το ενδιαφέρον ενός μεγάλου και ετερόκλητου ακροατηρίου. Αυτό απαιτεί ποιότητες διάφορες εκείνων που χρειάζονται όταν η διδασκαλία αφορά σ’ένα μικρό σύνολο ανθρώπων ή σ’έναν μόνο μαθητή. Το μυστικό έγκειται νομίζω στην ειλικρινή επιθυμία του δασκάλου ο μαθητής να μάθει, να κατανοήσει και αργότερα να ‘πετάξει’ με τα δικά του φτερά, επιθυμία η οποία χρειάζεται να είναι περισσότερο διακαής από την επιθυμία να ικανοποιήσει το Εγώ του. Όμως ο Bernstein διέθετε ένα ακόμη χάρισμα που χαρακτηρίζει τον μεγάλο παιδαγωγό. Αυτό της απλούστευσης. Ο πιο επιτυχημένος ίσως τρόπος να απλοποιήσει και να μεταδόσει κανείς κάτι είναι το παράδειγμα. Ο Lenny κατανοούσε ότι δεν αρκεί απλώς να πεί αλλά και να δείξει. Έτσι τον βλέπει κανείς να κινείται με άνεση μεταξύ του podium, του πιάνου και της ορχήστρας δίνοντας συνεχώς μουσικά παραδείγματα, κάνοντας σαφείς ακόμα και τις πιο δαιδαλώδεις έννοιες αλλά ταυτόχρονα αναδεικνύοντας την ευρυμάθεια, την τεχνική του ικανότητα και τη δυνατότητά του να ανατέμνει την μουσική. Μέσα από τα μαύρα, τυπωμένα, άψυχα φθογγόσημα πάνω στο πεντάγραμμο αναδύεται έτσι ένας ολόκληρος, καινούριος, γοητευτικός κόσμος. Και πάντοτε νιώθει κανείς ότι ο Bernstein ακολουθούσε πιστά τη ρήση του Einstein: ‘everything should be made as simple as possible, but not simpler’.

Ο καλός δάσκαλος πιστεύει ακόμη στην αλληλεπίδραση με τους μαθητές του την ώρα της διδασκαλίας. Ο μονόλογος δεν έχει νοστιμιά. Άλλωστε, δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να μάθεις από το να διδάξεις. Ο πραγματικός δάσκαλος δεν αισθάνεται αυθεντία, δεν αισθάνεται ότι η γνώση εξαντλήθηκε γι᾽αυτόν. Το αντίθετο, όσο πιο πολύ εμβαθύνει στην τέχνη του ή στη γνώση του αντικειμένου του τόσο περισσότερο συνειδητοποιεί την ‘ανεπάρκεια’ του· όλοι είμαστε μικροί και λίγοι μπροστά στον ωκεανό της γνώσης. Ο δάσκαλος ζεί γι’αυτήν την στιγμή της αποκάλυψης, όπου ο μαθητής θα τού επισημάνει κάτι που ποτέ πριν δεν παρατήρησε ή σκέφτηκε. Ζεί για τη στιγμή που θα ανταμώσει την άλλη ματιά, την άλλη οπτική στην πραγματικότητα και στην αλήθεια. Όλη η διαδικασία της διδασκαλίας είναι ‘ένας δρόμος προς τη Δαμασκό’, όπου δάσκαλος και μαθητής βαδίζουν, έτοιμοι να μεταστραφούν, έτοιμοι να αλλάξουν. Κι αυτή η αλληλεπίδραση είναι που κάνει τον δάσκαλο να αισθάνεται πάντα νέος στο νου, ακόμη κι αν το σώμα τον έχει πια προδώσει. Και επιπλεόν, ο αληθινός δάσκαλος, πιστεύει ότι όλοι οι μαθητές μπορούν να μάθουν. Όλοι έχουν τάλαντα και δυνατότητες, αρκεί να τις ανακαλύψουν και να διοχετεύσουν την ενέργειά τους σε αυτά που ταιριάζουν περισσότερο στη φύση τους. Ο δάσκαλος με τη σοφία του θα βοηθήσει τους μαθητές του να ανακαλύψουν τη φύση τους. Δεν θα επιλέξει τους προικισμένους μόνο μαθητές, για να είναι πιο εύκολο το έργο του. Όλοι έχουν τη δυνατότητα να μάθουν, αρκεί να έχουν τον ενθουσιασμό, την πίστη και την επιμονή. Όλα αυτά τα χαρίσματα μπορεί ο δάσκαλος να τα εμφυσήσει και να τα καλλιεργήσει, επικουρώντας τους μαθητές του στις στιγμές της πτώσης τους και δείχνοντας τους έναν δρόμο που αξίζει να πονέσει κανείς προκειμένου να τον ακολουθήσει. Κι όταν ο μαθητής δεν προχωράει όσο γρήγορα θα ήθελε ο δάσκαλος, τότε είναι καθήκον του δασκάλου να κατανοήσει το γιατί, να αναρωτηθεί πρώτα ‘τί κάνει ο ίδιος λάθος’ και να βοηθήσει τον μαθητή να προχωρήσει και να ‘απογειωθεί’, αντί να του επιρρίψει τις ευθύνες για την αποτυχία και να τον εγκαταλείψει. Ο τρόπος που μπορεί να το κάνει αυτό ο δάσκαλος μπορεί να διαφέρει, η ουσία όμως είναι πάντοτε ίδια: ο πραγματικός δάσκαλος νοιάζεται για τον μαθητή του. Ο Bernstein μιλώντας για τους δασκάλους του στη διεύθυνση ορχήστρας περιγράφει δυο εντελώς διαφορετικές παιδαγωγικές προσεγγίσεις και προσωπικότητες. Από την μια ο αυστηρός, ακριβής και άτεγκτος Reiner. Θυμάται ο Bernstein τον Reiner να το σταματάει την ώρα που διηύθυνε μπροστά του και να τον ρωτάει: ‘τώρα τί έπαιξε το δεύτερο κλαρινέτο;’ Ο Lenny ούτε κάν είχε προσέξει ότι το δεύτερο κλαρινέτο είχε παίξει κάτι, όπως παραδέχεται ο ίδιος. Τότε ο δάσκαλος ‘ξέσπαγε’. ‘Είναι υποχρέωσή σου από την στιγμή που ανεβαίνεις σε αυτό το podium να ξέρεις κάθε στιγμή ακριβώς το τι παίζει ο καθένας!’. Από την άλλη ο γλυκύς και ζεστός Koussevitzky, που άφηνε την μουσική να ρέει πιο αυθόρμητα, με περισσότερη φυσικότητα και χωρίς ‘εμμονή’ στην ακρίβεια, που απέφευγε την κριτική στους μαθητές του, που μίλαγε λίγο και δίδασκε περισσότερο με το παράδειγμα και λιγότερο με τα λόγια. Ο Bernstein παραδέχεται ότι κάθε φορά που πήγαινε να συναντήσει τον Reiner και να διευθύνει μπροστά του έτρεμε από φόβο για την αμείλικτη κριτική του, αλλά πάντοτε πήγαινε και πάντοτε αναγνώριζε μέχρι το τέλος της ζωής του το μεγάλο χρέος που του όφειλε. Όσο επίπονη κι αν είναι η διαδικασία της μάθησης, ο μαθητής πάντοτε αναγνωρίζει τον δάσκαλο που νοιάζεται γι’αυτόν και έχει περίσσευμα γνώσης και ψυχής να προσφέρει.

Ιδιαίτερη ήταν πάντα στην μουσική διδασκαλία η σχέση δασκάλου και μαθητή. Όχι σπάνια, ο μαθητής πήγαινε να ζήσει για ένα μικρό ή μεγάλο διάστημα στο σπίτι του δασκάλου και εκεί να μπορέσει να ‘πάρει’ από το δάσκαλο εικόνες και παραστάσεις από τη ζωή του, τη στάση του, τη συμπεριφορά του, τον τρόπο δουλειάς του. Ο δάσκαλος διδάσκει και με τη βιοτή του, όχι μόνο με το λόγο του. Ο Bernstein, καθ’ομολογία των μαθητών του, διακρίνονταν από μια απλοχεριά στο σκόρπισμα του προσωπικού του χρόνου. Οι μαθητές του θυμούνται την πρόσκληση του δασκάλου να περάσουν κάποιον χρόνο κοντά του, τα γεύματα, τους περιπάτους στη φύση, τις βόλτες με το αυτοκίνητο, τις ατέρμονες συζητήσεις επί παντός επιστητού, τον Lenny να κάθεται στο πιάνο και να αναλύει τις παρτιτούρες του. Ακόμη και όταν η φυσική παρουσία του δασκάλου έλειπε αυτός υπήρχε στο χώρο και ενέπνεε. Θυμάται η μαέστρος Marin Alsop τον εαυτό της να πηγαίνει στο σπίτι του Bernstein τα πρωινά και να περνάει ατέλειωτες ώρες στη βιβλιοθήκη του, για να μελετήσει τις χειρόγραφες σημειώσεις του πάνω στις παρτιτούρες διαφόρων έργων, την ώρα που εκείνος κοιμόταν μετά το ολονύχτιο ξενύχτι. Κι όταν κάποιο βράδυ τού είπε ότι κάποιο τραγούδι των Beatles τής θύμιζε μια μελωδία από μια συμφωνία του Schumann, αυτός κάθισε στο πιάνο και έπαιξε και τραγούδησε γι’αυτήν όλα τα τραγούδια των Beatles· ήξερε όλους τους στίχους απέξω! Ο αληθινός μουσικός και δάσκαλος είναι σαν ένα χειμαρρώδες ποτάμι, που ρέει φυσικότατα και προσφέρει αφειδώλευτα στους άλλους γύρω του, γιατί χαίρεται να μοιράζεται όσα έχουν πραγματική αξία. Την ίδια όμως στιγμή, είναι σημαντικό νομίζω να μην παρασύρει με την ορμητική ροή του τον μαθητή. Οφείλει να σεβαστεί την ελευθερία και ιδιαιτερότητά του και να τού επιτρέψει να αναπτυχθεί αυτόνομα και να εξελιχθεί. Ο πραγματικός δάσκαλος δεν επιθυμεί να αναπαράγει αντίγραφα του εαυτού του, αλλά επιδιώκει να γίνει το όχημα, το μέσο, ώστε οι μαθητές του να μπορέσουν να σταθούν αυθύπαρκτοι και αυτόφωτοι. Ο δάσκαλος πιστεύει στο ‘ὑμὲς δ᾽ἔσεσθε πολλῷ κάρρονες᾽.

Αλήθεια τί είναι αυτό που διδάσκει όμως ο δάσκαλος; Μόνο γνώση; Και τί νόημα έχει η διδασκαλία της γνώσης στην εποχή μας, όπου οι περισσότεροι από εμάς, τουλάχιστον στον δυτικό κόσμο, έχουμε πρόσβαση σ’όλη την γνώση με το πάτημα ενός πλήκτρου; Ο Jack Ma, ο πιο επιτυχημένος στις μέρες μας Κινέζος επιχειρηματίας και ένας από τους πιο επιτυχημένους στον κόσμο μίλησε πρόσφατα στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Davos μπροστά σε νέους επιχειρηματίες για την αξία της εκπαίδευσης. Ο Ma είπε ότι πριν διδάξουμε οτιδήποτε στα παιδιά μας θα πρέπει πρώτα να σκεφτούμε εάν οι μηχανές θα μπορούσαν να το κάνουν καλύτερα. Κι αν η απάντηση είναι θετική να σκεφτούμε ξανά εάν αξίζει τον κόπο. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να ‘νικήσει’ τις μηχανές. Και τότε τί θα πρέπει να τους διδάξουμε; Ο Ma λέει απερίφραστα: ‘αξίες, πίστη, ανεξάρτητη σκέψη, να νοιάζονται για τους άλλους· θα πρέπει να τους διδάξουμε αθλητισμό, τέχνες, μουσική και ζωγραφική’. Όλα αυτά που κάνουν τον άνθρωπο Άνθρωπο και όχι μηχανή. Και μ’αυτό έρχεται να συμφωνήσει και ο Saint-Exypéry όταν λέει ότι όταν θες να φτιάξεις ένα πλεούμενο, μην ξεκινάς με το να μαζέψεις ξυλεία, να κόψεις τα μαδέρια και να μοιράσεις δουλειές στα μέλη της ομάδας. Ξεκίνα με το να αφυπνίσεις στις καρδιές των ανθρώπων τη λαχτάρα για την απεραντοσύνη της θάλασσας. Μετά όλα τα υπόλοιπα θα έρθουν. Όταν τα χείλη γλυκαθούν από τη γεύση του ωραίου και του μεγάλου, ο δρόμος θα ανοίξει αυτόματα. Αυτό πιστεύω είναι τελικώς το βασικό χαρακτηριστικό του μεγάλου δασκάλου σε κάθε εποχή. Να αφυπνίζει και να εμπνέει. Κι όταν ο μαθητής γεμίσει με πάθος, ενθουσιασμό, αξίες, πόθο για την αλήθεια και την ομορφιά, και ο νούς και η καρδιά του μεγαλώσουν, τότε ναί, γιατί όχι, θα μπορούσε ακόμη και να αλλάξει τον κόσμο !

 

Πηγές:

‘Happy anniversaries-The story of Bernstein’, BBC Music, Vol 26, Number 4, pages 28-39
-‘Chapter XXXIV: Leonard Bernstein’, ‘The Great Conductors’, Harold Schonberg, Fireside/Simon & Schuster, 1967
-Τα Norton Lectures καθώς και τα Young People’s Concerts είναι ευτυχώς προσβάσιμα στο YouTube.

Η φωτογραφία είναι της Βούλας Παπαϊωάννου και απεικονίζει μαθητές σε σχολείο της μεταπολεμικής Ελλάδας. Ανήκει στο φωτογραφικό αρχείο του Μουσείου Μπενάκη.

 

 

 

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s