Εμείς και οι Άλλοι

‘L’enfer, c’est les Autres’

Jean-Paul Sartre 

 

Στην ζωή είναι αρκετά αυτά που μας στερούν την ευτυχία· που μας στερούν την μακαριότητα και τη γαλήνη. Εκτός από τα ‘χτυπήματα της μοίρας’, που είναι αναπόφευκτα, πηγή της δυστυχίας μας συχνά αποτελεί η συναναστροφή με τους άλλους, στο επαγγελματικό, οικογενειακό ή φιλικό μας περιβάλλον. Συχνά οι σχέσεις αυτές γίνονται περίπλοκες σαν ένας άλλος γόρδιος δεσμός, ένα δυσεπίλυτο αίνιγμα, που μας αποξενώνει. Αυτή η δυσχερής συναναστροφή μπορεί να περιορίζεται είτε στον μικρόκοσμό μας, δηλαδή στη σχέση με το σύντροφό μας, τα παιδιά, του φίλους και συγγενείς ή τους συναδέλφους μας στη δουλειά, είτε να αφορά στον μακρόκοσμο. Γιατί όμως γίνεται τόσο ακανθώδης μερικές φορές η επικοινωνία με άλλους ανθρώπους; Ποιά είναι η αιτία της δυσκολίας μας; Μια πιθανή απάντηση στο ερώτημα αυτό θα ήταν ίσως το γεγονός ότι οι άνθρωποι, όσο κοινές ανάγκες κι αν έχουμε, είμαστε διαφορετικοί, με διάφορες επιθυμίες και προτεραιότητες, τις οποίες προσπαθούμε να προτάξουμε ή να επιβάλλουμε στην επικοινωνία μας με τους άλλους. Ο Sartre λέει ‘Η κόλαση, είναι οι Άλλοι’, προς επίρρωση αυτής της δυσχέρειας. Πολλοί στοχαστές ανά τους αιώνες έχουν αναρρωτηθεί πώς θα μπορούσε ο άνθρωπος να αντιπαρέλθει αυτήν τη δυσκολία και να κατακτήσει την πολυπόθητη αρμονία με τη φύση και τους συνανθρώπους του. Εάν το να ζήσει κανείς μόνος δεν αποτελεί επιλογή, τότε θα πρέπει να βρεθεί ένας άλλος τρόπος. Θα μπορούσε άραγε η φιλοσοφία να βοηθήσει στο να γίνει η ζωή μας καλύτερη;

Ο Μάρκος Αυρήλιος (121-180 μΧ), Ρωμαίος Καίσαρας, αλλά και στωϊκός φιλόσοφος, πρότυπο του ‘άρχοντα-φιλοσόφου’ κατά το Πλατωνικό ιδεώδες, γράφει τα ‘Εἰς ἑαυτόν’*, σημειώσεις προς τον εαυτό του, κατά την διάρκεια της εκστρατείας του Ρωμαϊκού στρατού εναντίον Γερμανικών φύλων στα βόρεια σύνορα της αυτοκρατορίας, προσπαθώντας να δώσει απαντήσεις περί της αληθούς αξίας των πραγμάτων. Ξεκινάει αναγνωρίζοντας την συνεισφορά του θετού πατέρα του, των συγγενών και των δασκάλων του στη διαμόρφωση των αγαθών στοιχείων της προσωπικότητάς του. Επισημαίνει έτσι ξεκάθαρα εξ’αρχής τη σημασία των άλλων ανθρώπων στη διαμόρφωση του χαρακτήρα μας. Μαθαίνουμε από τους άλλους, μέσα από την επικοινωνία μαζί τους καθώς κι από το παράδειγμά τους. Όμως, αξία δεν έχει η συναναστροφή με οποιουσδήποτε ανθρώπους, παρά με εκείνους μόνον που έχουν καταφέρει να κρατήσουν το ‘ἡγεμονικόν’ τους αμίαντο. Το ‘ἡγεμονικόν’ είναι όρος της στωϊκής φιλοσοφίας και αναφέρεται στο μέρος της ανθρώπινης ψυχής που έχει θεϊκή ουσία. Μερικά από τα χαρακτηριστικά που οφείλει να διαθέτει κανείς, προκειμένου να διατηρήσει άσπιλο το ‘ἡγεμονικόν’ του είναι η ηπιότητα, η ελεύθερη σκέψη, η αταλάντευτη στάση, η καταδεκτικότητα, η απροσποίητη αξιοπρέπεια, η αποφυγή της επικριτικότητας, η αγάπη για την αλήθεια και τη δικαιοσύνη, η αυτοκυριαρχία, το να φροντίζει κανείς το σώμα του με μέτρο, να μη δυσανασχετεί ακόμη και στις πιο δύσκολες καταστάσεις, να είναι ευχάριστος στην παρέα, αλλά όχι υπερβολικός, να μην αδιαφορεί για τους φίλους, να μην είναι δεισιδαίμων. Η μεγάλη σημασία που αποδίδει ο Μάρκος στους άλλους ανθρώπους φαίνεται επίσης όταν περιγράφει το σκοπό της ζωής κατ᾽ αυτόν: ‘καθαρότητα της ψυχής και πράξεις για το καλό της κοινωνίας’. Ό,τι δεν βλάπτει την πολιτεία, δεν βλάπτει και τον πολίτη. Κοινωνική, λοιπόν, η φιλοσοφία του Μάρκου, αλλά την ίδια στιγμή και βαθειά ατομική. Υποστηρίζει ότι κανείς ουσιαστικά δεν μπορεί να μας κάνει κακό, παρά μόνον εμείς οι ίδιοι, εάν δεν φροντίσουμε την ψυχή μας. Σε μιαν ελεύθερη απόδοση θα λέγαμε ότι το μόνο αληθινό κακό είναι να χάσουμε την ψυχή μας με το να απεμπολήσουμε τη θεία ουσία μας. Όσο κι αν μας αδικήσουν οι άλλοι, η μόνη πραγματική καταστροφή είναι η σπίλωση του ‘ἡγεμονικού᾽ μας. Μόνο αυτό θα πρέπει να φοβάται ο άνθρωπος. Ούτε τις αρρώστιες ή τον πόνο· αυτά οφείλει ο άνθρωπος να τα υπομένει, γιατί είναι εφήμερα. Ούτε τον θάνατο, αφού αποτελεί ακόμη μια λειτουργία της φύσης. Αν κανείς κοιτάξει τον άπειρο χρόνο που προηγήθηκε της ζωής μας και τον άπειρο χρόνο που έπεται, θα συνειδητοποιήσει ότι η ζωή μας είτε μερικές μέρες ή μιαν εκατοντάδα χρόνια, αποτελεί μιαν ασήμαντη ψηφίδα στο αχανές μωσαϊκό του χρόνου. Ο Μάρκος προτείνει μια θαυμαστή ισορροπία μεταξύ μιας στροφής προς τον εαυτό μας και της συναναστροφής με τους συνανθρώπους μας. Από την μια είμαστε κοινωνικά όντα και οφείλουμε να ενδιαφερόμαστε και να συμβάλουμε στην πρόοδο της πολιτείας, από την άλλη όμως δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι το κέντρο της ύπαρξής μας βρίσκεται εντός μας. ‘Φτωχός’, λέει ο αυτοκράτορας-φιλόσοφος, ‘είναι όποιος έχει ανάγκη τους άλλους και δεν μπορεί να βρεί μέσα του όλα όσα είναι χρήσιμα για τη ζωή του’. Και ακόμη η προτροπή του είναι: ‘ἔνδον σκάπτε’ και ‘ἄριστος τρόπος τοῦ ἀμύνεσθαι, τὸ μή ἐξομοιοῦσθαι’. Οι πολλές και άσκοπες συναναστροφές πηγή έντασης και δυστυχίας αποτελούν, ειδικά όταν συγχρωτίζεται κανείς με ανθρώπους ‘φαύλους’, ενώ ταυτόχρονα του στερούν το χρόνο και την ηρεμία, που έχει ανάγκη προκειμένου να θεραπεύσει την ψυχή του, τον ᾽πολύτιμο μαργαρίτη᾽ του.

Ο Μάρκος Αυρήλιος πιστεύει σε δυο βασικές αρχές. Η πρώτη είναι ότι ο άνθρωπος θα πρέπει να βρίσκεται εναρμονισμένος με τη Φύσή του, που τον προορίζει για τα έργα τα αγαθά. Ο άνθρωπος είναι ‘προγραμματισμένος’ να πράττει το καλό. Ο M.K. Gandhi γράφει ότι: ‘πως υπάρχουν στον κόσμο τόσοι άνθρωποι ζωντανοί, φανερώνει πως ο κόσμος δεν στηρίζεται στη δύναμη των όπλων, αλλά στη δύναμη της αλήθειας ή της αγάπης…χιλιάδες και μυριάδες ψυχές χρωστάνε τη ζωή τους στη δραστικότητα αυτής της δύναμης. Μπροστά της παραμερίζουν καθημερινοί μικροκαβγάδες μέσα σε εκατομμύρια οικογένειες. Εκατοντάδες χώρες ζουν ειρηνικά και η ιστορία δεν το μνημονεύει. Στην πραγματικότητα η ιστορία καταγράφει όλα τα γεγονότα όσα διακόπτουν τη δουλειά αυτής της δύναμης,…είναι ένας κατάλογος από τις διακοπές που συμβαίνουν στη φυσική σειρά των πραγμάτων’**. Ο Gandhi λέει με άλλα λόγια ότι ο άνθρωπος, στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, πράττει το καλό κατά τη Φύση του, και μόνον όταν αυτό ανατρέπεται ‘γίνεται είδηση’. Αυτός, λοιπόν, ο καταιγισμός ανθρώπινης βαρβαρότητας είτε από τα βιβλία της ιστορίας είτε από τα μέσα ενημέρωσης μάς κάνουν να πιστέψουμε ότι η φύση του ανθρώπου είναι κατά βάση κτηνώδης, ενώ τα γεγονότα αυτά αποτελούν την εξαίρεση και όχι τον κανόνα. Η δεύτερη αρχή στην οποία βασίζει τη φιλοσοφία του ο Μάρκος είναι ότι ο άνθρωπος είναι έλλογο ον. Η έννοια του Λόγου είναι κομβικής σημασίας στο έργο του. Μπορεί ο άνθρωπος να διαθέτει ορμέμφυτα ανάλογα των ζώων, αλλά δεν έχει την ίδια ουσία και γι’αυτό δεν θα πρέπει να συμπεριφέρεται το ίδιο. Διαθέτει τη λογική, το Νού, που αποτελεί το ανώτερο χάρισμα με το οποίο έχει προικιστεί η ανθρώπινη φύση. Ό,τι αντιτίθεται ή εμποδίζει τη λειτουργία του Νού, όπως για παράδειγμα οι παρορμήσεις, αντιτίθεται και στην ουσία και φύση του ανθρώπου. Η ηδονή, ο πόνος, η δόξα, ο πλούτος, οι έπαινοι και η εξουσία, αυτά είναι που σκιάζουν την ανθρώπινη λογική εμποδίζοντάς την να ενεργήσει σωστά και υποδουλώνουν τον άνθρωπο, στερώντας του την ελευθερία του να σκέφτεται λογικά. Ο έπαινος για τις καλές μας πράξεις επί παραδείγματι δεν κάνει τις πράξεις μας καλύτερες ούτε η απουσία του από την άλλη μεριά τις υποβιβάζει. Ό,τι είναι καλό, παραμένει το ίδιο καλό με ή χωρίς τα εγκώμια των άλλων και γι᾽αυτό είναι μη λογικό και τελείως άσκοπο να τα επιζητεί κανείς. Στο αρχικό μας ερώτημα πώς ο άνθρωπος μπορεί να επικοινωνήσει αρμονικότερα με τους συνανθρώπους του και να μετριάσει την δυστυχία που συχνά προκύπτει απ’ αυτήν την συναναστροφή, ο Μάρκος νομίζω προτείνει μιαν ‘αριστοκρατική’ στάση. Ο ενάρετος άνθρωπος οφείλει να είναι συγκαταβατικός προς όλους και να αποφεύγει την αλαζονεία, με κεντρικό άξονα των έργων του το καλό του κοινωνικού συνόλου, αλλά την ίδια στιγμή δεν πρέπει να ξεχνάει ότι η ακεραιότητα της ψυχής του θα πρέπει να είναι η προτεραιότητά του. Και η ψυχή του δεν κινδυνεύει από καμμιά αλλότρια επίθεση, αλλά παραμένει αλώβητη, όσο εκείνος τη διατηρεί άφθαρτη και αμόλυντη. Οφείλει να πράττει ό,τι τον συμφέρει ως έλλογο ον και αυτός είναι ο μόνος δρόμος που οδηγεί στην μακαριότητα. 

Το ίδιο ερώτημα επιχειρεί να απαντήσει και ένας σύγχρονος μας, ο Benjamin Zander, με το βιβλίο του ‘The art of possibility’***, βιβλίο που συνέγραψε με την σύντροφό του Rosamund Zander. O Zander είναι μουσικός, παιδαγωγός και διευθυντής της Boston Philharmonic Orchestra, ενώ η Rosamund ψυχοθεραπεύτρια. Οι Zanders ξεκινούν προσπαθώντας να εντοπίσουν πού εδράζεται η πηγή της δυστυχίας μας. Η πηγή της δυστυχίας μας δεν είναι οι άλλοι άνθρωποι, αλλά μάλλον οι ‘κανόνες του παιχνιδιού’ που μας έχουν εν πολλοίς επιβληθεί. Ο στείρος, κενός χαράς και δημιουργικότητας, ανταγωνισμός, τα κοινωνικά πρότυπα της επιτυχίας που βασίζονται στο τρίπτυχο ‘χρήμα-δόξα-εξουσία’, τα ίδια αυτά που αιώνες πριν ο Μάρκος απογυμνώνει στα μάτια μας ως μάταια και παράλογα, καθώς και η ιεράρχηση των προτεραιοτήτων με βάση το Εγώ. Αυτοί οι ‘κανόνες’ είναι που δημιουργούν έναν διάχυτο αρνητισμό, που αναπόδραστα επηρεάζει εμάς και τους γύρω μας και φυσικά τη σχέση μαζί τους. Είμαστε αρνητικοί, μίζεροι και θλιβεροί, κάνοντας τη ζωή των γύρω μας ανυπόφορη, μια κόλαση κατά πως θα᾽λεγε κι ο Sartre, όχι γιατί είμαστε κακοί, αλλά γιατί συνθλιβόμαστε από το βάρος αυτών των κοινωνικών συμβάσεων. Και είναι η έκπτωση στην ατομικότητα, που αντιτίθεται στις ατομικότητες των άλλων, η αιτία της δυστυχίας μας, που έρχεται τελικώς να βεβαιώσει την υπαρκτική μας αποτυχία, όπως γράφει ο Χρήστος Γιανναράς****.  Στην εποχή του Μάρκου Αυρήλιου, όλα αυτά αφορούσαν μια μικρή μερίδα αρχόντων. Στον σύγχρονο δυτικό κόσμο, όμως, με την άνοδο του βιοτικού επιπέδου, φαίνεται να απασχολούν πολλούς περισσότερους, λίγο έως πολύ όλους μας. Το πρώτο, λοιπόν, που λένε οι Zanders είναι: ‘Ξεχάστε τους κανόνες που καταδυναστεύουν τις ζωές σας· είναι όλοι επινοημένοι!’. Μας λένε επίσης να φαναταστούμε πόσο πιο χαρούμενοι και απελευθερωμένοι θα νιώθαμε, εάν σταματούσαμε να σκεφτόμαστε με βάση το δίπολο επιτυχία-αποτυχία και συλλογιζόμαστε αντίθετα ότι σε όλα τα πράγματα, ακόμη και σ᾽ αυτά που φαίνονται ως τα πλέον αρνητικά, υπάρχει πάντοτε η δυνατότητα για κάτι όμορφο και δημιουργικό να γεννηθεί και να ανθίσει. Και ακόμη, όλοι οι άνθρωποι, μηδενός εξαιρουμένου, έχουμε μια κυνική και μιαν ενθουσιώδη (για κάτι που πρέπει να ανακαλύψουμε) πτυχή και εάν αφυπνίσουμε αυτήν την δημιουργική, γεμάτη ενθουσιασμό και πάθος πτυχή του εαυτού μας και των άλλων γύρω μας, τότε μπορούν να γίνουν θαύματα. Ο  Benjamin Zander χρησιμοποιεί ένα παράδειγμα από την ιστορία της οικογένειάς του, προκειμένου να δείξει την διαφορά ανάμεσα στην πίστη στην δυνατότητα για κάτι θετικό ακόμη και στις πλέον αντίξοες συνθήκες από την μια και σε μιαν ανόητη και παράλογη αισιοδοξία από την άλλη μεριά. Η οικογένειά του αναγκάστηκε να φύγει από το Βερολίνο το 1937, λίγο πριν τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο, κυνηγημένοι από τους Ναζί λόγω της εβραϊκής καταγωγής τους. Μετά από πολλές περιπέτειες, κατέληξαν, οι γονείς του μαζί με τα τρία τότε παιδιά τους, σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης κάπου στην Αγγλία, έχοντας χάσει όλα τους τα υπάρχοντα. Εκεί βρέθηκαν ανάμεσα σε ανθρώπους, που επίσης είχαν καταλήξει εν μία νυκτί κυνηγημένοι, ενδεείς και εξόριστοι σε μιαν άγνωστη χώρα. Μέσα σε αυτήν τη ζοφερή πραγματικότητα, τις ατέλειωτες μέρες που έμειναν εκεί, ο πατέρας του Zander είχε την ιδέα να οργανώσουν ένα ‘ανοιχτό πανεπιστήμιο’. Δεν είχαν πίνακες, βιβλία ή τετράδια, είχαν όμως τις γνώσεις του ο καθένας, που κανείς κατακτητής δεν μπορούσε να υφαρπάξει. Έτσι, άρχισαν να λειτουργούν καθημερινά τάξεις απ’ άκρου εις άκρον του στρατοπέδου, όπου ο καθένας μεταλαμπάδευε τις γνώσεις του στους άλλους. Το θλιβερό στρατόπεδο συγκέντρωσης μεταμορφώθηκε έτσι σε έναν παράδεισο γνώσης και ανθρώπινης επικοινωνίας. Ο πατέρας Zander, θυμάται ο Benjamin, ποτέ δεν προσπάθησε να ωραιοποιήσει μια σκαιή πραγματικότητα, ούτε προσπάθησε ποτέ να δημιουργήσει ψευδείς ελπίδες στην οικογένειά του για το μέλλον τους, αλλά αξιοποιώντας τις δυνατότητες που υπήρχαν τη δεδομένη χρονική στιγμή συνέβαλε στο να γίνει η ζωή της οικογένειάς του και των συνανθρώπων του πιο ανθρώπινη. 

Οι Zanders προτείνουν έναν τρόπο του ζείν αναβαπτισμένο μέσα από αυτήν την απελευθέρωση από τις παραδομένες και επικρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις. Δεν βασίζεται σε κανένα ηθικό, αξιακό ή θρησκευτικό πρότυπο· απλώς βασίζεται στο να πάψουμε να θεωρούμε τον εαυτό μας το κέντρο του κόσμου. Μια από τις συμβουλές τους είναι ο περίφημος ‘κανόνας 6’: ‘Μην παίρνετε τους εαυτούς σας και τόσο στα σοβαρά!’. Όταν κανείς απελευθερωθεί από τις στιβάδες αντιλήψεων και  προκαταλήψεων που κουβαλάει, καθώς και από μια εγωτική θεώρηση του κόσμου, τότε ο άλλος απέναντι του θα το νιώσει αμέσως και ένας δίαυλος επικοινωνίας θα ανοίξει. Εάν μπορούσαμε να μπούμε στη θέση του άλλου και να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε μια συμπεριφορά που αρχικώς μας φαίνεται ανεξήγητη, άδικη ή ακόμη και προσβλητική, τις περισσότερες φορές θα ανακαλύπταμε με έκπληξη πόσο λάθος κάναμε στην αρχική μας εκτίμηση. Πόσο διαφορετική φαίνεται η πραγματικότητα μέσα από το πρίσμα των άλλων! Και θα ήταν ακόμη αποκαλυπτικό το να αναρωτηθούμε μήπως η συμπεριφορά του άλλου απέναντί μας είναι ανάκρουση της δικής μας συμπεριφοράς. Μήπως είμαστε τελικά εμείς και όχι οι άλλοι που θα πρέπει να αλλάξουμε, για να αποκατασταθεί η επικοινωνία; Μια τέτοια αποκάλυψη θα μπορούσε ίσως και να μας αλλάξει τη ζωή! Οι Zanders, επιπλέον, μας προτείνουν σε κάθε περίπτωση να επικεντρωθούμε στα θετικά παρά στα αρνητικά στοιχεία. Πάντοτε υπάρχουν θετικά, σε κάθε κατάσταση, όσο δυσμενής και δυσοίωνη κι αν φαίνεται. Όταν όλη η προσοχή μας στρέφεται στα αρνητικά χάνουμε αυτομάτως την δημιουργική μας ενέργεια και την δύναμη να αλλάξουμε τα πράγματα, ενώ την ίδια στιγμή χτίζουμε έναν αδιαπέραστο τοίχο απέναντι στους άλλους. Ο λόγος που οι Zanders αποφεύγουν να βασίσουν την πρότασή τους σε κάποιο από τα γνωστά αξιακά συστήματα είναι διότι κάτι τέτοιο θα αποξένωνε παρά θα ένωνε. Οι άνθρωποι τείνουν να οχυρώνονται πίσω από τέτοια συστήματα και να συναναστρέφονται με ανθρώπους που συμμερίζονται κοινές αρχές και αξίες. Η επικοινωνία μας όμως, κατά Zanders, οφείλει να μην αφήνει απέξω κανέναν. Είτε πρόκειται για το όραμα μιας εταιρείας, για την στρατηγική του ηγέτη μιας ομάδας, είτε για τον αριθμό των ανθρώπων που ακούνε κλασική μουσική στον κόσμο, ο στόχος δεν μπορεί να αφορά μια μικρή μόνο μερίδα ανθρώπων, αλλά τον κόσμο όλο. Κι ακόμη, εάν θέλουμε να αποκαταστήσουμε αυτήν την κατακερματισμένη επικοινωνία με τους άλλους, οφείλουμε να μοιραστούμε ανοιχτά μαζί τους τα θέλω και τις προτεραιότητές μας. Ας μην θεωρήσουμε τίποτε δεδομένο ή αυτονόητο, ας μην θεωρήσουμε ότι και οι άλλοι μοιράζονται τις ίδιες ανησυχίες ή επιθυμίες, αλλά ας κοινωνήσουμε, προκειμένου να συναντηθούμε στον κοινό δρόμο. ‘Καθ᾽ ὄτι ἐάν κοινωνήσωμεν ἀληθεύομεν, ἐάν δὲ ἰδιάσωμεν ψευδόμεθα᾽. Όλοι κρύβουμε μέσα μας τη θεϊκή ουσία και, κάπως διαφορετικά από τον Μάρκο Αυρήλιο, δεν είναι καθήκον μας μόνο να ανακαλύψουμε και να φροντίσουμε τον ‘δαίμονα’ εντός μας, αλλά να αγγίξουμε και γιατί όχι να αφυπνίσουμε τη θεϊκή ουσία και των συνανθρώπων μας, γιατί μόνον τότε το θαύμα της ανθρώπινης επαφής μπορεί να συντελεστεί. Οι πολλοί μπορούν να επιτύχουν πολλαπλάσια από τον ένα. Σ’ένα τέτοιο σύμπαν δυνατοτήτων χάνει κάθε έννοια ή σημασία ποιός είναι πρώτος και ποιός τελευταίος. Όλοι είναι ίσοι, γιατί η συνεισφορά του καθενός είναι εξίσου σημαντική.

Είτε ακολουθήσουμε την πιο ‘αριστοκρατική’ είτε την πιο ανοιχτή, ‘συμπαντική’ αντίληψη στη σχέση μας με τους συνανθρώπους μας, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ανθρώπινη επικοινωνία είναι  καθοριστική για την ευτυχία μας. Παρά τις όποιες διαφορές ανάμεσα στις δυο θεωρήσεις, τα κοινά τους στοιχεία είναι πολλά. Ένα από τα πολλά σημεία στα οποία συγκλίνουν Μάρκος Αυρήλιος και Zanders είναι και το παρακάτω, κατά τα λόγια του Μάρκου: ‘όταν οργίζομαι με τις πράξεις των άλλων, δεν είναι οι πράξεις τους που με ενοχλούν· αυτό που με κάνει να ενοχλούμαι είναι οι δικές μου πεποιθήσεις. Ξεφορτώσου τες, λοιπόν, και παράτα με τη θέλησή σου την κριτική ενάντια σε πράξεις που τις βρίσκεις φοβερές και πάει, έφυγε η οργή…σκέψου πόσο πιο ανυπόφορη είναι η οργή κι η θλίψη για τέτοια πράγματα, παρά τα ίδια τα πράγματα που μας εξοργίζουν και μας θλίβουν’. Αυτήν την απελευθέρωση από τις παγιωμένες πεποιθήσεις και το άνοιγμα του εαυτού μας προς τους άλλους περιγράφουν εύγλωττα και οι Zanders μέσα από πολλές ιστορίες στο βιβλίο τους. Μια απ’αυτές είναι κι η οδυνηρή ιστορία της  Alice Kahana, μιας καλλιτέχνιδος που σήμερα ζεί στο Houston. Θυμάται η Kahana τον εαυτό της, δεκαπεντάχρονο κορίτσι, να κάνει το ταξίδι στο Auschwitz. Στον δρόμο χωρίστηκε από τους γονείς της και βρέθηκε μόνη της να φροντίζει τον οκτάχρονο αδελφό της. Όταν το καμιόνι που τους μετέφερε έφτασε στον προορισμό του, η Kahana παρατήρησε ότι έλειπε το ένα παπούτσι του αδελφού της. ‘Γιατί είσαι τόσο ανόητος;’ τού φώναξε θυμωμένη, όπως θα μίλαγε μια μεγάλη αδελφή στον μικρότερο αδελφό της. ‘Δεν μπορείς επιτέλους να προσέχεις τα πράγματά σου;’. Δεν υπήρχε τίποτε το ασυνήθιστο στα λόγια αυτά, εκτός του ότι ήταν τα τελευταία λόγια που αντάλλαξαν μεταξύ τους. Σύντομα χωρίστηκαν σε διαφορετικά αυτοκίνητα και δεν είδε τον αδελφό της ποτέ ξανά. Έκτοτε η Kahana υποσχέθηκε στον εαυτό της να μην ξαναπεί ποτέ τίποτε, που δεν θα μπορούσε να σταθεί ως τα τελευταία λόγια της. Τί ωκεανούς αγάπης, κατανόησης και αληθινής ανθρώπινης επικοινωνίας θα μπορούσε να ανοίξει αυτή η τόσο απλή αλλά και τόσο σοφή σκέψη. Πόσο καλύτερη θα μπορούσε να κάνει τη ζωή μας…

 

Η εικόνα είναι από τον πίνακα του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ ‘Τὸ μάζεμα τῶν ἐλαιῶν έν Μυτιλήνη’. Ο Θεόφιλος αποτελεί μοναδικό παράδειγμα προικισμένου απλόχερα από τη φύση καλλιτέχνη. Έζησε απομονωμένος στην Μυτιλήνη και στο Πήλιο, με ελάχιστα καλλιτεχνικά ερεθίσματα, αυτοδίδακτος στη ζωγραφική, συγκεντρώνοντας τη χλεύη και το σκώμμα των συγχρόνων του, που τον θεωρούσαν τρελό και αδυνατούσαν να κατανοήσουν την τέχνη του. Αδυνατούσαν να δούν τον κόσμο μέσα από το πρίσμα του ζωγράφου, περιχαρακωμένοι στην δική τους προοπτική της πραγματικότητας. Ο Θεόφιλος είναι τόσο μοντέρνος στη ζωγραφική του όσο ένας Picasso ή Matisse, χωρίς όμως ποτέ να έχει δεί έργα τους ή να έχει ζήσει σε κάποιο αντίστοιχο καλλιτεχνικό περιβάλλον. Όπως λέει κι ο Ελύτης στο περίφημο δοκίμιο του ‘Ο ζωγράφος Θεόφιλος’*****, ο Θεόφιλος ‘είναι η γέφυρα με το Βυζαντινό παρελθόν μας, ο άνθρωπος-σύνδεσμος, που μας ενώνει με την πιο αυθεντική πλευρά του αγνοημένου μας εαυτού’. Και λίγο παρακάτω: ‘Ζωγραφική είναι όσα χωράει ο νούς μας από την πραγματικότητα, και όχι μόνον όσα χωράει το μάτι μας’. 

 

Πηγές:

* ‘Τα εἰς ἑαυτόν’, Μάρκου Αντωνίνου Αυρηλίου, εκδόσεις Θύραθεν, 2008

** Από το κείμενο του Ζήσιμου Λορεντζάτου ‘Από την Πίζα στην Αθήνα’ για τον Ezra Pound, σελ. 465-466, ‘Μελέτες’, τόμος δεύτερος, εκδόσεις Δόμος & Μουσείο Μπενάκη, 2007

*** ‘The Art of Possibility’, Rosamund Stone Zander & Benjamin Zander, Penguin books, 2002.

**** ‘Το Πρόσωπο και ο Έρως’, Χρήστος Γιανναράς, εκδόσεις Ίκαρος, 2017

***** ‘Ο ζωγράφος Θεόφιλος’, από τα ‘Ανοιχτά Χαρτιά’, Οδυσσέας Ελύτης, εκδόσεις Ίκαρος, 2009.

 

Στο παρακάτω ηχητικό απόσπασμα ακούστε μιαν ‘άλλη ματιά στην πραγματικότητα’, μια ιδιοσυγκρασιακή εκτέλεση του Rondo alla turca από την Piano Sonata No 11 του W.A. Mozart, παιγμένη από τον ιδιοφυή Καναδό πιανίστα Glenn Gould. 

 

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s