Επιστήμη εναντίον θρησκείας;

Jedenfalls bin ich überzeugt, dass der Alte nicht würfelt’ *

Αlbert Einstein

Στην συνείδηση των πολλών θρησκεία και επιστήμη αντιμάχονται η μία την άλλη. Μια τέτοια αντίληψη δεν είναι εντελώς αδικαιολόγητη εάν σκεφτεί κανείς τον πόλεμο που συγκροτημένοι θρησκευτικοί θεσμοί εξαπέλυσαν κατά καιρούς εναντίον επιστημονικών θεωριών όταν ένιωθαν ότι αυτές ‘απειλούσαν’ το δόγμα τους. Πιο γνωστή από όλες είναι αναμφίβολα η περίπτωση του Γαλιλαίου. Χρειάστηκαν 359 χρόνια στην Καθολική εκκλησία προκειμένου μόλις το 1992 να αναγνωρίσει το σφάλμα της, να άρει το ανάθεμα και να αποδεχθεί την αλήθεια του ‘Eppur si muove…’. Κι από την άλλη μεριά όμως δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο επιστήμονες να αναφέρονται υποτιμητικά ή ακόμη και σκωπτικά στην θρησκευτική πίστη. Εάν κανείς όμως εξετάσει προσεκτικά τον τρόπο με τον οποίο διατυπώνονται οι επιστημονικές θεωρίες στην φυσική, τα μαθηματικά ή την ιατρική θα διαπιστώσει ότι έχουν αρκετά κοινά στοιχεία με τα θρησκευτικά δόγματα. Και ας μην είναι αυτό προφανές με μια πρώτη ματιά…

Το πρώτο κοινό στοιχείο που θα μπορούσε κανείς να εντοπίσει είναι ότι οι επιστημονικές θεωρίες, όπως  άλλωστε και τα θρησκευτικά δόγματα, δεν αποδεικνύονται. Οι επιστημονικές θεωρίες επαληθεύονται κι αυτό μόνο εν μέρει. Πού έγκειται όμως η λεπτή διαφορά μεταξύ απόδειξης και επαλήθευσης; Μια καλή θεωρία μάς λέει ο Stephen Hawking στο πρώτο κιόλας κεφάλαιο του ‘A brief history of time’ είναι αυτή που διαθέτει δύο κύρια στοιχεία: περιέχει όσο το δυνατόν λιγότερες αυθαίρετες προτάσεις και μπορεί να προβλέψει έναν μεγάλο αριθμό φυσικών φαινομένων. Η επιστήμη λοιπόν περιγράφει ό,τι συνήθως συμβαίνει στον αισθητό κόσμο επί τη βάσει ενός ορισμένου μοντέλου και διατυπώνει νόμους που μπορούν να προβλέπουν το μέλλον έως έναν βαθμό. Εν τούτοις πάντοτε υπάρχουν φαινόμενα τα οποία οι ισχύοντες νόμοι αδυνατούν να περιγράψουν και να προβλέψουν με ακρίβεια. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι οι νόμοι αυτοί θα αποδεικνύονταν εάν μπορούσαν να προβλέψουν τα πάντα, οπότε δεν θα περιέγραφαν απλώς αλλά θα εξηγούσαν τον κόσμο· με άλλα λόγια θα αποκάλυπταν την αιτία των όντων. Όταν οι αδυναμίες των φυσικών νόμων γίνονται εμφανείς, τότε διατυπώνονται νέοι νόμοι οι οποίοι έρχονται να συμπληρώσουν. Έτσι παραδείγματος χάριν περάσαμε από την θεωρία του Νεύτωνα που περιγράφει με ακρίβεια τα επίγεια φαινόμενα στην Γενική Θεωρία της Σχετικότητας που περιγράφει με ακρίβεια τον κόσμο στην συμπαντική του κλίμακα και από εκεί στην θεωρία των κβάντων που περιγράφει με ακρίβεια τον μικρόκοσμο. Οι επιστήμονες ακόμη επιζητούν διακαώς μια νέα ολοκληρωμένη θεωρία που θα ενώσει όλες τις προϋπάρχουσες. Έως τότε όμως θα πρέπει ίσως κανείς να παραμένει ελαφρώς σκεπτικιστής απέναντι σε κάθε καινούρια επιστημονική θεωρία. Για να είναι όμως κανείς δίκαιος απέναντι στην επιστήμη οφείλει να ομολογήσει ότι η διάθεση μετακίνησης από μια παραδεδομένη αντίληψη τήν διαφοροποιεί ριζικά από τα αμετακίνητα και άκαμπτα θρησκευτικά δόγματα. Η σχετικότητα της αλήθειας παρ’όλα αυτά παραμένει…

Το δεύτερο κοινό στοιχείο είναι η αβεβαιότητα που αυτομάτως θέτει όρια τόσο στην επιστήμη όσο και στην θρησκεία. Η αρχή της απροσδιοριστίας διατυπώθηκε το 1926 από τον Werner Heisenberg και ισχύει μέχρι τις μέρες μας. Αυτή μάς λέει ότι είναι αδύνατον να προσδιορίσει κανείς την θέση και την ταχύτητα ενός σώματος με την ίδια ακρίβεια την ίδια στιγμή. Με όσο μεγαλύτερη ακρίβεια προσδιορίζεται η θέση με τόσο λιγότερη ακρίβεια θα προσδιοριστεί η ταχύτητα. Αυτό συμβαίνει γιατί για να εντοπίσουμε την θέση και να μετρήσουμε την ταχύτητα ενός σώματος πρέπει να το φωτίσουμε. Το φως είναι κύμα· όσο μικρότερο είναι το μήκος του κύματος τόσο μεγαλύτερη η ακρίβεια με την οποία μπορούμε να εντοπίσουμε την θέση του σώματος. Όσο όμως μικρότερο είναι το μήκος του κύματος τόσο υψηλότερη θα είναι η ενέργεια του με αποτέλεσμα όταν αυτό προσκρούει πάνω στο σώμα να μεταβάλλει την ταχύτητά του. Έτσι η ταχύτητα που καταγράφουμε την στιγμή της πρόσκρουσης έχει ήδη μεταβληθεί όταν η ανάκλαση του φωτός επιστρέφει πίσω σε εμάς. Η αρχή αυτή επέφερε μια καθοριστική ανατροπή στην εικόνα που είχε έως εκείνη την εποχή ο άνθρωπος για τις δυνατότητες της επιστήμης, αφού για πρώτη φορά θα δειχθεί αίολος ο ντετερμινισμός του Laplace, η πίστη δηλαδή ότι οι φυσικοί νόμοι θα μπορούσαν να προβλέψουν οτιδήποτε μπορεί να συμβεί μελλοντικά στο σύμπαν, εάν γνωρίζαμε την πλήρη κατάσταση του σύμπαντος μια δεδομένη στιγμή. Μια ανάλογη όμως αδυναμία του ανθρώπινου νου στην σύλληψη της άφατης ουσίας του Θεού δεν διατυπώνεται και στην θρησκεία μας; ‘Σὺ γὰρ εἶ Θεὸς ἀνέκφραστος, ἀπερινόητος, ἀόρατος, ἀκατάληπτος…’ στην γλώσσα του Ιωάννη του Χρυσοστόμου…

Το τρίτο κοινό στοιχείο είναι ίσως η αυθαιρεσία. Ο μεγαλύτερος φιλόσοφος του 20ου αιώνα, ο Ludwig Wittgenstein, τήν περιέγραψε με ενάργεια στο Tractatus του. Εκεί μάς λέει: ‘φανταστείτε ότι έχετε μια λευκή επιφάνεια με ακανόνιστου σχήματος μαύρες κηλίδες…εάν τώρα τοποθετήσω επάνω της ένα χαρτόνι με πολύ μικρές τρύπες σε σχήμα τετραγώνου και κοιτάξω την εικόνα μέσα από τα τετράγωνα αυτά, θα βγάλω το συμπέρασμα ότι η επιφάνεια αποτελείται από μικρά τετράγωνα που είναι είτε μαύρα είτε άσπρα…θα μπορούσα όμως κάλλιστα να τοποθετήσω κι ένα χαρτόνι με μικρότερες ή μεγαλύτερες τρύπες σε σχήμα τριγώνου ή εξαγώνου, οπότε θα περιέγραφα την ίδια ακριβώς εικόνα με εντελώς διαφορετικό τρόπο…’ ** (6.341). Τα χαρτόνια με τις διαφορετικού μεγέθους και σχήματος τρύπες είναι τα αξιώματα πάνω στα οποία εδράζονται οι επιστημονικές θεωρίες και η επιφάνεια είναι η πραγματικότητα. Το χαρτόνι που θα επιλέξουμε είναι αυθαίρετο και μάς επιτρέπει να δούμε την πραγματικότητα μέσα από ένα ορισμένο πρίσμα. Περιγράφει κατά κάποιον τρόπο την πραγματικότητα και γι’αυτό επαληθεύεται· δεν βεβαιώνει όμως απολύτως τίποτε για την αλήθεια της πραγματικότητας που στην περίπτωση μας είναι φυσικά η λευκή επιφάνεια με τις ακανόνιστες μαύρες κηλίδες…Ο Wittgenstein θα καταλήξει λέγοντας ότι ‘στην βάση της νέας αντίληψης για τον κόσμο βρίσκεται η ψ ε υ δ α ί σ θ η σ η ότι αυτό που αποκαλούμε ‘νόμοι της φύσης’ μπορούν να εξηγήσουν τα φυσικά φαινόμενα’ (6.371). Από την άλλη μεριά πλήθος αυθαίρετες δοξασίες μπορεί να επισημάνει κανείς και στις θρησκείες. Αρκεί να σκεφτεί τις φλόγες της κόλασης και τους καταπράσινους λειμώνες του παραδείσου αλλά κι όλες τις στρεβλές ερμηνείες των λόγων του Χριστού που εκκλησιαστικές εξουσίες έχουν επιχειρήσει να επιβάλουν μέσα στους αιώνες…

Εάν επομένως τα φθέγματα της θρησκείας και της επιστήμης δεν αποδεικνύονται, χαρακτηρίζονται από αβεβαιότητα και στηρίζονται σε κάποια αυθαίρετα στοιχεία γιατί έχουν εδραιωθεί στην αντίληψη των ανθρώπων; Η απάντηση είναι νομίζω η πίστη. Αυτή είναι που ισχυροποιεί και διαιωνίζει και τις δύο. Όπως θα περιγράψει κι ο Κορνήλιος Καστοριάδης στην ‘Φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας’, είναι το ανθρώπινο φαντασιακό, η ανθρώπινη φαντασία και η πίστη των πολλών σε αυτήν πάνω στην οποία οικοδομούνται οι θεσμοί μιας ανθρώπινης κοινωνίας. Και θεσμοί είναι τα πάντα όσα συνιστούν τον πολιτισμό· και φυσικά οι επιστημονικές και θρησκευτικές πεποιθήσεις των ανθρώπων. Η πίστη στην θρησκεία είναι αυτονόητη αλλά στην επιστήμη; Ένα μόνο παράδειγμα πίστης στην επιστήμη αποτελούν τα γκραβιτόνια, σωματίδια (ή κύματα ή και τα δύο μαζί…) που σύμφωνα με την κβαντική ερμηνεία της βαρύτητας απελευθερώνονται από τα σώματα και εξασκούν τις ελκτικές δυνάμεις μεταξύ τους. Κανείς δεν έχει ποτέ δει γκραβιτόνιο, όπως και άλλα στοιχειώδη σωματίδια, αφού αυτά είναι μικρότερα σε μέγεθος από το μικρότερο δυνατό μήκος κύματος φωτός, αλλά οι επιστήμονες (οι τουλάχιστον κάποιοι εξ αυτών) πιστεύουν στην ύπαρξη τους, γιατί μάς βεβαιώνουν ότι μπορούν έμμεσα να αναγνωρίσουν τις δράσεις και ενέργειες τους. Κάτι ανάλογο δεν λέει άλλωστε και η θρησκεία για τον Θεό; Δεν μπορούμε να Τον δούμε αλλά μπορούμε να αναγνωρίσουμε τις ενέργειες Του στον κόσμο… 

Παρά τον όποιο σκεπτικισμό μπορεί κάποιος να έχει απέναντι στις επιστημονικές ‘αλήθειες’, δεν υπάρχει καμμιά αμφιβολία ότι η επιστήμη έχει προσφέρει πάρα πολλά στον άνθρωπο. Η συνδρομή της στο να καταρριφθούν δεισιδαιμονίες αιώνων και η δραματική βελτίωση του ανθρώπινου προσδόκιμου επιβίωσης και της ποιότητας ζωής είναι μόνο δύο από τα πολλά. Αλλά έχει οδηγήσει και σε αρκετά κακά· ένα μονάχα από αυτά είναι ότι φτάσαμε ως ανθρωπότητα στα χείλη του πυρηνικού ολέθρου και δυστυχώς αυτός ο κίνδυνος δεν έχει ακόμη εξαλειφθεί.  Και η θρησκεία όμως από την άλλη μεριά έχει ευεργετήσει τον άνθρωπο, αφού τόν βοήθησε να ανακαλύψει και να καλλιεργήσει όλες εκείνες τις ευγενείς ποιότητες που τόν διαχωρίζουν από τα κτήνη. Αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι έγινε κι η αφορμή ο Γαλιλαίος να περάσει τα τελευταία 10 χρόνια της ζωής του σε κατ’οίκον περιορισμό και οδήγησε απειράριθμους άλλους στην πυρά. Ευλογία και κατάρα μαζί είναι λοιπόν η επιστήμη και η θρησκεία, γιατί ευλογία και κατάρα μπορεί να είναι κι ο ίδιος ο δημιουργός τους, ο άνθρωπος. ‘τοτὲ μὲν κακὸν, ἄλλοτ᾽ ἐπ᾽ ἐσθλὸν ἕρπει᾽. Την ίδια στιγμή όμως μάς είναι και οι δύο απαραίτητες. Ας μην ξεχνάμε ότι ο άνθρωπος αποτελεί το μόνο έμβιο ον που έχει συνείδηση της ύπαρξης του και γι’αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν μπορεί παρά να αναρωτιέται ποιά είναι η φύση της σύμπαντος, ποιά η θέση του ιδίου σε αυτό, από πού ήρθε και πού πηγαίνει. Ίσως αυτό τελικά να είναι το πιο σημαντικό κοινό στοιχείο μεταξύ θρησκείας και επιστήμης: ότι επιχειρούν να απαντήσουν στα ίδια ακριβώς ερωτήματα, έστω κι αν το κάνουν με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Οι τελειωτικές απαντήσεις όμως παραμένουν δυσεύρετες και το μεγάλο ερώτημα είναι γιατί. Είναι επειδή στον κόσμο επικρατεί τελικώς η τυχαιότητα και επομένως κανένας φυσικός νόμος δεν θα μπορέσει ποτέ με ακρίβεια να προβλέψει τί θα συμβεί στο μέλλον; Είναι επειδή ο ανθρώπινος νους δεν έχει εξελιχθεί ακόμη αρκετά προκειμένου να δώσει πειστικές απαντήσεις σε τέτοια ερωτήματα; Ή μήπως τέλος είναι αυτό που ισχυρίζεται ο Wittgenstein στις καταληκτικές προτάσεις του Tractatus του; Ότι δηλαδή ποτέ δεν θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε την αρχή και την αιτία της ύπαρξης του κόσμου όσο αυτός μάς εμπεριέχει. Μόνο εάν μπορούσαμε να βρεθούμε εκτός του κόσμου αυτού θα είχαμε την πραγματική εικόνα και ερμηνεία του. Και επειδή κάτι τέτοιο είναι αδύνατον σε αυτήν την ζωή σοφά μάς συμβουλεύει: ‘για αυτά που δεν μπορεί κανείς να μιλήσει, καλύτερα θα κάνει να σωπαίνει’… (7). 

*‘για ένα τουλάχιστον μπορώ να είμαι βέβαιος, ότι ο Παππούλης δεν παίζει ζάρια’. Από επιστολή του Einstein στον Max Born το 1926 εκφράζοντας την δυσπιστία του στο στοιχείο της τυχαιότητας και των πιθανοτήτων που εισάγει η κβαντομηχανική θεωρία.

** Η εντελώς αυτοσχέδια μετάφραση χωρίων του Tractatus έγινε από τον συγγραφέα του άρθρου από τα Αγγλικά. Εντός παρενθέσεων ο φιλέρευνος αναγνώστης μπορεί να βρει τον αριθμό των χωρίων προς αντιπαραβολή.

Η εικόνα αναπαριστά το αινιγματικό αριστούργημα του μαΐστορα της αναγεννησιακής ζωγραφικής Jacopo Pantormo (1494-1557) που απεικονίζει την Αποκαθήλωση του Χριστού και φαίνεται ότι ολοκληρώθηκε το 1528. Βρίσκεται επάνω από την αγία τράπεζα στο παρεκκλήσι Capponi της Santa Felicità στην Φλωρεντία. Εντυπωσιάζουν χωρίς αμφιβολία τα ζωντανά χρώματα και η εκφραστικότητα των μορφών. Η φιγούρα του ξανθού γενειοφόρου άνδρα πίσω από την Παναγία στα δεξιά εικάζεται ότι αποτελεί αυτοπροσωπογραφία του ζωγράφου.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s