Αναζητώντας το χαμένο… παρόν

‘Πολλ τ δειν κα οδν νθρώπου δεινότερον πέλει’

Σοφοκλής

 

Πρόσφατα διάβασα το ‘Γκιάκ’*, μια συλλογή διηγημάτων ενός νεαρού Έλληνα συγγραφέα, του Δημοσθένη Παπαμάρκου. Η δουλειά αυτή έχει τύχει πολλών εγκωμιαστικών σχολίων και χωρίς αμφιβολία αναδεικνύει έναν ικανό συγγραφέα. Τα διηγήματα όλα (ή σχεδόν όλα) έχουν τρία κοινά δομικά, θεματικά και γλωσσικά χαρακτηριστικά. Σε όλα ο μύθος εξιστορείται από ένα πρόσωπο, τον πρωταγωνιστή της ιστορίας, προς έναν φανταστικό συνομιλητή που δεν αποκρίνεται. Όλα αναφέρονται σε εγκλήματα των Ελλήνων στρατιωτών κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής εκστρατείας και όλα είναι γραμμένα στο γλωσσικό ιδίωμα των Αρβανιτών της Λοκρίδας, τόπου καταγωγής του συγγραφέα. Το έργο εναρμονίζεται με την τάση της εποχής να αντικρίσουμε την ιστορία μας με μεγαλύτερη ειλικρίνεια και λιγότερη εσωστρέφεια, ενώ ταυτόχρονα διερευνά τον ηθικό κώδικα τιμής ενός συγκεκριμένου πληθυσμού μιας ορισμένης εποχής. Προσωπικά το διήγημα που ξεχώρισα ήταν το τελευταίο, ‘Ο Νόκερ’. Αυτό αποτελεί ένα τεχνικά άρτιο διήγημα με ένα δυνατό, καθαρό και εύγλωττο μήνυμα. Τα υπόλοιπα δεν κατάφεραν δυστυχώς να με αγγίξουν και να με συγκινήσουν. Ίσως η μικρή έκταση κάποιων εξ’αυτών να μην επέτρεψε στον συγγραφέα να μεταδώσει το κλίμα και την ατμόσφαιρα του μύθου επαρκώς. Δεν είναι όμως μόνος αυτός ο λόγος νομίζω. Το ερώτημα εδώ είναι αυτό περί της αλήθειας. Αυτό που με οδήγησε να αναρωτηθώ και να γράψω το παρόν κείμενο είναι το γιατί ένας τριαντάρης συγγραφέας επιλέγει ως θέμα του το χιλιοειπωμένο (και χιλιογραμμένο) θέμα της περιπέτειας του Ελληνικού στρατού στην Μικρασία, προκειμένου να δώσει το λογοτεχνικό του στίγμα στο αναγνωστικό κοινό.

Νομίζω στην σημερινή Ελλάδα το ‘ιστορικό’ λεγόμενο μυθιστόρημα/διήγημα αποτελεί κάτι σαν επιδημία στα λογοτεχνικά τεκταινόμενα. Δεν ξέρω εάν είναι μια εύκολη λύση ή ένδειξη συγγραφικής ένδειας. Ίσως πάλι στην Ελλάδα έχουμε μυθοποιήσει και υπερεκτιμήσει τη φαντασία έναντι της πραγματικότητας. Ο γνήσιος λογοτέχνης για μένα είναι αυτός που έχει την παρατηρητικότητα και την ευαισθησία, τις τεντωμένες εκείνες αντένες, ώστε να συλλάβει, να ερμηνεύσει και να παρουσιάσει στον αναγνώστη, όσα γίνονται στην κοινωνική του πραγματικότητα. Δυσκολεύομαι ειλικρινώς να βρώ μεγάλο κλασικό συγγραφέα (οι ρομαντικοί είναι μια άλλη ιστορία…), που να μην έχει γράψει για πράγματα που έχει βιώσει ο ίδιος, παρά για όσα έχει ακούσει ή φανταστεί. Ο Dostoyevsky, επί παραδείγματι, περιγράφει με θαυμαστή ενάργεια πρόσωπα του καιρού του, προβληματισμούς και ιδέες σύγχρονες της εποχής του, ενώ στο ‘Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων’ μάς περιγράφει τη δική του εμπειρία στα κάτεργα της Σιβηρίας, όπου είχε εξοριστεί λόγω των σοσιαλιστικών ιδεών τις οποίες είχε ενστερνιστεί στα νεανικά του χρόνια. Ο Tolstoy στο επικό ‘Πόλεμος και Ειρήνη’ τοποθετεί τις σκηνές του πολέμου στην εποχή του αγώνα των Ρώσων έναντι των στρατευμάτων του Ναπολέοντα το 1812, προγενέστερα δηλαδή της εποχής του, αλλά στην ουσία μεταφέρει τις δικές του εμπειρίες από τον πόλεμο της Κριμαίας, όπου είχε πάρει μέρος. Όλα τα έργα του Hemingway εμπεριέχουν αυτοβιογραφικά στοιχεία, βιωμένες εμπειρίες τόσο από πολέμους (Α’ Παγκόσμιος, Ισπανικός εμφύλιος), όσο όμως και από άλλες περιπέτειες που είχε ζήσει στην πολυτάραχη ζωή του. Ο Orwell γράφει φανταστικό, αλληγορικό ή και δυστοπικό μυθιστόρημα (1984, Animal Farm), αλλά σε πολλά άλλα έργα του (Keep the Αspidistra fly, Coming up for air, Down and Out in London and Paris) εμφιλοχωρεί στα ‘άδυτα’ της προπολεμικής Βρετανικής κοινωνίας κάνοντας οξεία κριτική σε παραδομένες αντιλήψεις και αναλύοντας τον άνθρωπο της εποχής του μέσα από τις απογοητεύσεις και τα αδιέξοδά του. O Dickens αποτελεί ίσως τον καλύτερο ηθογράφο της Βικτωριανής Αγγλίας, ενώ ο Steinbeck θα ζήσει μαζί με τους Okies, πλάι πλάι για μήνες, προκειμένου να μας μεταγγίσει την αλήθεια και τα πάθη των πεινασμένων και κατατρεγμένων συμπατριωτών του στα ‘Σταφύλια της Οργής’. Δεν είναι τυχαίο που πολλοί από τους μεγάλους συγγραφείς υπήρξαν ταυτόχρονα και δημοσιογράφοι. Δεν θέλω με τα παραπάνω να ισχυριστώ ότι το να γράφει ένας συγγραφέας για πράγματα και ανθρώπους του καιρού του είναι ικανή ή αναγκαία συνθήκη, προκειμένου να παράγει και μεγάλα έργα. Ο μεγάλος συγγραφέας μπορεί να εμπνευστεί από μυριάδες ερεθισμάτων, προγενέστερων ή σύγχρονων, αλλά και κάθε συγγραφέας που γράφει για σύγχρονα θέματα δε θα αξιωθεί να κατακτήσει δάφνινο κότινο και λογοτεχνικούς Παρνασσούς. Πιστεύω, όμως, ότι γράφοντας για πράγματα σύγχρονα είναι πιθανότερο να κατακτήσει κανείς την αλήθεια και να την μοιραστεί με τους αναγνώστες κάθε εποχής. 

Φαντασία λοιπόν ή αλήθεια; Για μένα είναι πολύ σημαντικότερη η αλήθεια κι η αυθεντικότητα. Να ζήσεις κάτι, να το βιώσεις με όλες σου τις αισθήσεις, να μιλήσεις για καταστάσεις και συναισθήματα που έχουν σάρκα και οστά και δεν αποτελούν απλώς και μόνο ονειρώδεις φαντασίες. Ίσως κάποιοι ισχυριστούν ότι η εποχή μας είναι ‘βαρετή’, χωρίς μεγάλα γεγονότα και συγκινήσεις. Δεν το πιστεύω. Συμβαίνουν τόσα πολλά γύρω μας που είμαι σίγουρος ότι θα μπορούσαν να εμπνεύσουν και να κυοφορήσουν αριστουργηματικά έργα τέχνης, όπως άλλωστε συνέβη σε κάθε εποχή. Η αίσθησή μου είναι ότι οι σύγχρονοι συγγραφείς μας μένουν κλεισμένοι στα γραφεία τους, αντί να ζούν στον κόσμο και να παρατηρούν τί συμβαίνει γύρω τους. Δίνουν περισσότερο βάρος στη γλώσσα, στην τεχνική, στην επεξεργασία και λιγότερο στην αλήθεια των γραφομένων τους. Στην δική τους αλήθεια, όχι στη δανεισμένη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το ‘διήγημα’ του Παπαμάρκου ‘Παραλογή’ (ξανά από το ‘Γκιάκ’), όπου ο συγγραφέας έχει συνθέσει μια παραλογή κατά τα πρότυπα των δημοτικών μας τραγουδιών· γραμμένη σε δεκαπεντασύλλαβο στίχο, αφηγηματική, εκτεταμένη, με εξωλογικά στοιχεία, όχι άμεσα συνδεόμενη με τον θεματικό άξονα των υπολοίπων κειμένων. Είναι ένα ιντερλούδιο στην μέση του έργου, που χωρίζει τα διηγήματά του στα δύο. Είναι αξιοπρόσεκτο και θα μπορούσα να πώ και αξιοθαύμαστο. Ο τρόπος που δουλεύει το λόγο και τις λέξεις και το μέτρο δείχνουν συγγραφέα με προσόντα. Αυτό όμως που κάνει τις παραλογές ειδικώς και τα δημοτικά μας τραγούδια γενικώς διαχρονικά και μεγαλειώδη είναι το ότι έχουν δουλευτεί και επεξεργαστεί όχι από έναν αλλά από χιλιάδες. Χιλιάδες χείλη, μυαλά και ψυχές. Και γι’αυτό είναι αληθινά, κατά το Ηρακλείτιο εκείνο ‘καθ’ ,τι ν… κοινωνήσωμεν, ληθεύομεν· ν δ διάσωμεν, ψευδόμεθα’. Το μεγαλείο τους έγκειται στην ‘ανωνυμία’ τους. Όσο κι αν θαυμάσουμε την Παπαμάρκειο ΄Παραλογή΄δεν μπορεί να μας αγγίξει (τουλάχιστον όχι εμένα…). Είναι ένα τεχνούργημα χωρίς ψυχή· μια άσκηση ύφους. Όσον αφορά δε στην ιδιότυπη γλώσσα που βάζει ο Παπαμάρκος στα στόματα των ηρώων του, αυτή αντίθετα νιώθω ότι κουβαλάει αλήθεια. Μπορεί ο συγγραφέας να μην μιλάει αυτή τη γλώσσα, έχει μεγαλώσει όμως ακούγοντάς την, τήν έχει συνδέσει με υπαρκτά πρόσωπα και βιωμένες αναμνήσεις και γι’αυτό φέρει ένα συναισθηματικό βάρος και μιαν αυθεντικότητα. Δεν μου φαντάζει ούτε ξένη ούτε αποστραγγισμένη από τους χυμούς της, αλλά απολύτως φυσική. Αυτοί οι άνθρωποι (των ιστοριών του), μόνον αυτή τη γλώσσα θα μπορούσαν να μιλήσουν.

Δεν είμαι ειδικός στο θέμα της λογοτεχνίας και της γραφής· είμαι ο ‘μέσος αναγνώστης’. Δεν θα τολμούσα, λοιπόν, ποτέ να δώσω συμβουλές σ’ έναν συγγραφέα. Παρ’όλα αυτά σκέφτομαι ότι εάν είχα τη φιλοδοξία και το ταλέντο να γράψω λογοτεχνία θα κοίταζα πρώτα τί έκαναν όσοι δημιούργησαν ‘ύψη’, με την Αριστοτελική έννοια του όρου- Νόμιζε ψη, καλ κα ληθινά, τ δι παντς ρέσκοντα κα πάσιν’κάποιοι που ήδη προανέφερα και πολλοί άλλοι που παρέλειψα. Πώς έζησαν, πώς δούλευαν, τί τους ενέπνευσε; Εκεί θα έβρισκα οδηγό και πυξίδα, για να θεραπεύσω την τέχνη μου και να ακουμπήσω ζεστά τις καρδιές των ανθρώπων. Aυτό οφείλει να είναι εν τέλει το ζητούμενο κάθε έργου τέχνης: να συντονιστεί ο αναγνώστης με τον συγγραφέα και να επέλθει αυτή η μαγική ταύτιση δημιουργού και κοινού. Και τότε είναι που η συγκίνηση θα έρθει αυτόματα και αβίαστα. Και η συγκίνηση του αναγνώστη είναι σχεδόν πάντα το ασφαλέστερο κριτήριο για την επιτυχία ενός έργου. Ελπίζω και εύχομαι ο Παπαμάρκος να μπορέσει να αξιοποιήσει τα δώρα της φύσης και να ανακαλύψει την δική του προσωπική φωνή και αλήθεια. Το αναγνωστικό κοινό διψάει για μεγάλα έργα.

 

* ‘Γκιάκ’, Δημοσθένης Παπαμάρκος, εκδόσεις Αντίποδες

Ο πίνακας τιτλοφορείται ‘O πειρασμός (του Αγίου Αντωνίου)’ και ανήκει στο Γερμανό εξπρεσιονιστή ζωγράφο Max Beckman (1884-1950). Το έργο φιλοτεχνήθηκε μεταξύ 1936-1937 και βρίσκεται στην Bayerische Staatsgemaldesammlungen του Μονάχου.

Παρακάτω ακούστε ένα υπέροχο έργο του ‘πατριάρχη’ των Ρομαντικών συνθετών Frederic Chopin (1810-1849) με τίτλο Fantaisie Impromptu, Op. 66, παιγμένο από τον μεγάλο Πολωνο-Αμερικανό πιανίστα Arthur Rubinstein (1887-1982). Όλο το έργο αποτελεί μιαν αποθέωση του ονείρου και της φαντασίας!

https://www.youtube.com/watch?v=75x6DncZDgI

1 thought on “Αναζητώντας το χαμένο… παρόν”

  1. Μου αρέσει η επιλογή του πίνακα του M. Beckman. Ποιος όμως άραγε είναι ο πειρασμός..;
    Η αναπόληση του, έστω ένδοξου, παρελθόντος ή η ενασχόληση με τα τρέχοντα..;
    Ο Παράδεισος του ενός είναι η Κόλαση του άλλου.

    Like

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s