From Russia with love…

Θα ήθελα να ξεκαθαρίσω από την αρχή ότι είμαι ο ‘μέσος’ ακροατής κλασικής μουσικής, χωρίς ειδικές σπουδές ή πλήρη γνώση της δισκογραφίας και του ρεπερτορίου. Όμως ο ‘μέσος’ ακροατής είναι αυτός που γεμίζει τους συναυλιακούς χώρους, αγοράζει τους δίσκους (ακόμα…) και στηρίζει την κλασική μουσική. Γι’αυτό πιστεύω δικαούται να μιλάει για την μουσική, ακόμα κι αν κινδυνεύει να πέσει θύμα των παγίδων που στήνει στον δρόμο του η άγνοιά του.

Τον Θεόδωρο Κουρεντζή τον άκουσα ως όνομα για πρώτη φορά 2-3 χρόνια πριν. Ο Κουρεντζής είναι μαέστρος και Έλληνας. Γεννήθηκε στην Αθήνα 45 χρόνια πριν και αφού σπούδασε μουσική στο Εθνικό Ωδείο, η μοίρα τον οδήγησε στο Ωδείο της Αγίας Πετρούπολης όπου μαθήτευσε κοντά στον Ilya Musin, τον μέντορα των μεγάλων αρχιμουσικών. Το 2004, και ενώ βρισκόταν στο Νovosibirsk, ίδρυσε την δική του ορχήστρα, την MusicAeterna, την Αιώνια Μουσική, και με αυτήν αργότερα εγκαταστάθηκε στο Perm, όχι μακριά από την γενέτειρα του Tchaikovsky, στους πρόποδες των Ουράλιων ορέων, ελάχιστα δυτικότερα από την αρχή της αχανούς Σιβηρικής ερήμου. Εκεί, στην μέση του πουθενά, κατάφερε να διαμορφώσει ένα σύνολο ακριβώς όπως το ονειρευόταν, επιλέγοντας τους μουσικούς του έναν προς έναν, τους ‘αντάρτες’ του, όπως συνηθίζει ο ίδιος να λέει και με αυτούς παρέα να ταρακουνήσει για τα καλά το διεθνές γίγνεσθαι της κλασικής μουσικής. Τον έχουν χαρακτηρίσει ‘μαέστρο-ροκ σταρ’ και ‘επαναστάτη χωρίς αιτία’- έναν νέο ανθρωπο που προσπαθεί να προκαλέσει και να σοκάρει, για να κερδίσει τις εντυπώσεις και μαζί τη δική του ξεχωριστή θέση στο στερέωμα της μουσικής βιομηχανίας. Η κόμη του ανεμίζει ατίθαση και τα μακριά του χέρια όλο αστείρευτη ενέργεια διαγράφουν αδιάκοπα νοητούς κύκλους στον αέρα καθώς διευθύνει. Αλλά ανεξάρτητα από το φαίνεσθαι, από το αν φοράει το δερμάτινο μπουφάν του ή τη φέρμελη του εύζωνα, αυτό που έχει σημασία είναι τελικώς και πάντα η μουσική. Έτσι, η απάντηση σε όλα αυτά τα σχόλια δεν μπορεί να είναι άλλη από το: ‘Ακούστε…’

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Κουρεντζής δεν έχει γίνει αποδέκτης και εξαιρετικών κριτικών. Κάθε άλλο μάλιστα. Μια εξ’αυτών είναι και η διθυραμβική η κριτική του James Rhodes στον Guardian: https://www.theguardian.com/music/2016/nov/03/james-rhodes-on-teodor-currentzis-mozart-operas

Άκουσα για πρώτη φορά ηχογράφησή του σε δίσκο πέρυσι. Ήταν το Κοντσέρτο για βιολί του Tchaikovsky, σε σύμπραξη με την Patricia Kopatchinskaja, ζευγαρωμένο με το πιο ‘ρωσικό’ ίσως έργο του Stravinsky, το Les Noces. Έχοντας απο χρόνια εμμονή με το κοντσέρτο του Tcaikovsky και έχοντας ακούσει έξι διαφορετικές ηχογραφήσεις του από όλους τους μεγάλους βιολονίστες και ορχήστρες, δεν πίστευα ότι μια ακόμα ηχογράφηση θα μου προξενούσε τόση εντύπωση. Κι όμως. Σαν ‘ἦχος ὥσπερ φερομένης πνοῆς βιαίας’ ήρθε η μουσική του να γεμίσει το σκοτεινό μου δωμάτιο και να με τινάξει από τη θέση μου. Μουσική γεμάτη ενέργεια και ζωτικότητα, μια πραγματικά φρέσκια ματιά σε μια πολυπαιγμένη και πολυηχογραφημένη μουσική. Και το ερώτημα είναι: πώς; πώς το πετυχαίνει αυτό; Ο Κουρεντζής χρησιμοποιεί έντοντες αντιθέσεις στη δυναμική της μουσικής του ανάγνωσης και εξαιρετικά γρήγορα tempi. Από μια μουσική που σβήνει στην ανυπαρξία, που μόλις και μετα βίας ακούγεται ξεσπά ένα εκκωφαντικός καταιγισμός ήχων, που ξαφνιάζει και καθηλώνει τον ακροατή. Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στην cadenza του πρώτου μέρους του κοντσέρτου για βιολί, όπου η Kopatchinskaja, έχοντας συναφή μουσική αντίληψη και αισθητική με τον Κουρεντζή επιστρατεύει την υπερβατική δεξιοτεχνία της για να αφήσει τον ακροατή ενεό, καρφωμένο στη θέση του, αδύναμο να συνέλθει από το σοκ όταν τελειώνει η μουσική, σαν να έχει μόλις προσγειωθεί από ένα διαγαλαξιακό ταξίδι πίσω στην ταπεινή μας υδρόγειο.

Πρόσφατα άκουσα τον Don Giovanni, την πιο σκοτεινή και ‘φιλοσοφική’ από τις όπερες του Mozart. Με το έργο αυτό ο Κουρεντζής κλείνει τον κύκλο ηχογραφήσεων των τριών libretti του Da Ponte που εμψύχωσε με την μουσική του ο Mozart (Le nozze di Figaro και Così fan tutte, τα άλλα δύο). Η αγάπη του μαέστρου για τον τιτάνα του Salzburg είναι προφανής (έχει ακόμα ηχογραφήσει και το Requiem του). Ο Don Giovanni επιγράφεται ως ένα dramma giocoso, που λίγο θυμίζει όμως κωμωδία και σε όχι λίγα σημεία του δεν είναι ‘ευχάριστο’ για τον ακροατή. Mε βαθύ σαρκασμό και σκοτεινές στιγμές, θέτει μπροστά στον θεατή τα προαιώνια ερωτήματα περί ηθικής, ελευθερίας και μεταστροφής. Φυσικά δεν λείπουν και τα κωμικά καμώματα, όπως το ξυλοφόρτωμα του Masetto από τον Don Giovanni ή το ‘επιχείρημα’ του ομώνυμου ήρωα ότι ’κυνηγάει’ ανηλεώς τα θυληκά από…γενναιοδωρία. Όμως από πίσω πάντα στέκει ο αρχετυπικός μύθος του Δον Ζουάν, του ανθρώπου που φωνάζει Viva la libertà’, που υμνεί τη ζωή και δεν φοβάται το θάνατο ακόμα και όταν δίνει το χέρι του στο παγωμένο πέτρινο άγαλμα του Commendatore. Ο ήρωας που ενέπνευσε όλα τα μεγάλα πνεύματα από τον Lord Byron έως τον Albert Camus. Και παρά το γεγονός ότι ο ήρωας πεθαίνει και τιμωρείται για τις πράξεις του με ηθικό επιστέγασμα το τραγούδι που κλείνει την όπερα, όπως λέει και ο Κουρεντζής, ο Mozart κλείνει το μάτι στον θεατή και τον κάνει με την μουσική του να συμπαθήσει και ίσως και να ταυτιστεί με τον αντι-ήρωα…

Τί το καινούριο προσφέρει ο Κουρεντζής και οι MusicAeterna στην ανάγνωση του Don Giovanni; Έναν καινούριο ήχο, νομίζω. Αρκεί να ακούσει κανείς τη σκηνή στο χορό των μεταμφιεσμένων στην έπαυλη του Don Giovanni στο τέλος της πρώτης πράξης, για να το αισθανθεί. Η σκηνή ξεκινάει με το θριαμβευτικό ‘Viva la libertà’, όπου η ορχήστρα αναδεικνύει το ρυθμικό βάρος και ήθος αυτής της μουσικής με πολύ πειστικό και δυναμικό τρόπο. Μετά ακολουθεί το μινουέτο, όπου σε αντίθεση με άλλες ηχογραφήσεις, δεν παίζει όλη η ορχήστρα (πάνω από 60 μουσικοί), αλλά μόνο ένα μικρό σώμα εγχόρδων, αναπαριστώντας έτσι μια μικρή ανάλαφρη ορχήστρα όπως αυτή θα έπαιζε στην έπαυλη ένος αριστοκράτη του 18ου αιώνα, για να χορέψουν χαριτωμένα οι καλεσμένοι του. Όταν ακούγεται η λέξη verità για δευτερη φορά από τον Don Giovanni και τον υπηρέτη του Leporello, παρεισφρέει από το πουθενά μια ‘ιδιοφυής’ φάλτση νότα, μια παραφωνία, που έρχεται να ‘χρωματίσει’ με ειρωνία (όπως ακριβώς επισημαίνει και το libretto) την απάτη που ετοιμάζουν κύριος και υπηρέτης, που φυσικά ουδεμία σχέση μπορεί να έχει με την ‘αλήθεια’. Και μετά όταν η Zerlina φωνάζει Gente, aiuto, gente και αποκαλύπτει την απάτη, η μουσική αποκτάει μιαν οργιαστική, διονυσιακή και σχεδόν νευρωτική διάθεση, ένα αίσθημα φυγής και πανικού, όταν όλοι οι καλεσμένοι τρέχουν να βοηθήσουν την Zerlina από τα ‘νύχια’ του Don Giovanni. Η πράξη κλείνει με το Trema, trema, o scellerato, όπου τα έγχορδα με απίστευτη ταχύτητα και ρυθμικότητα κάνουν όχι μόνο τον ήρωα αλλά και τον ακροατή να τρέμει! Τέσσερις διαφορετικές εικόνες, τέσσερις διαφορετικές ψυχικές καταστάσεις και τέσσερις διαφορετικοί ήχοι. Η μουσική παίρνει σάρκα και οστά και ο ακροατής κοινωνεί. Ακόμα, θα τολμούσα να πώ ότι ο Κουρεντζής φαίνεται να κάνει μουσική με τον ‘ελληνικό’ τρόπο. Η μουσική πρέπει να εξυπηρετεί ή τον λόγο ή τον χορό, για να είναι αληθινή. Μουσική για την μουσική δεν υπάρχει.

Όμως η ‘φρέσκια’ ματιά του Έλληνα αρχιμουσικού σε αυτό το 230 ετών αριστούργημα δεν περιορίζεται στη σκηνή αυτή. Τα recitativi που προωθούν τον μύθο, όλα παιγμένα από fortepiano στην ηχογράφηση αυτή, ‘επεκτείνονται’ στις άριες και δημιουργούν γέφυρες, αποκτώντας οργανικό ρόλο μέσα στο έργο και προσδίδοντας μιαν αίσθηση ενότητας. Στην αρχή της σκηνής του νεκροταφείου το fortepiano παίζει κάτι σαν ένα ‘πένθιμο εμβατήριο’ (υπάρχει άραγε στην παρτιτούρα του Mozart; πάντως απουσιάζει από άλλες ηχογραφήσεις του έργου που άκουσα), δημιουργώντας μια μακάβρια ατμόσφαιρα, υποβάλλοντας και προϊδεάζοντας τον ακροατή για τα όσα θα ακολουθήσουν, ενώ διακόπτεται απότομα από το σαρδόνιο, σκοτεινό γέλιο του Don Giovanni. Αλλά και στην περίφημη canzonetta Deh, vieni alla finestraο Κουρεντζής δεν φείδεται ‘νεωτερισμών’: o ρυθμικός τονισμός από τα celli στην ίδια ένταση με την μελωδία του λαούτου τονίζει νομίζω την ένταση στην ψυχή του ήρωα, σαν να ακούει εκείνη την ώρα ο ακροατής την καρδιά του ήρωα να πάλλεται μέσα στο στήθος του. Επιπλέον, έχω την εντύπωση ότι χρησιμοποιείται και δεύτερο λαούτο για να ‘πλουτίσει’ την μελωδία, ενώ το τραγούδισμα του ήρωα είναι εξαιρετικά απαλό (αρέσκεται ο Κουρεντζής στο σιγανό τραγούδισμα) και ταυτόχρονα ‘στολισμένο’ περίτεχνα, ξεφεύγοντας από την παρτιτούρα, όπως χαρακτηριστικά στη λέξη ‘dolce’. Όπως έλεγε εύστοχα και ο Mahler: ‘στην παρτιτούρα υπάρχουν τα πάντα, εκτός από αυτά που είναι τα πιο σημαντικά!’.

Οι τραγουδιστές είναι όλοι καλοί. Ο βαρίτονος Δημήτρης Τηλιακός στον ομώνυμο ρόλο, μπορεί να στερείται της θεατρικότητας στο λόγο ενός Fischer-Dieskau, αλλά είναι γλυκύς και εξυπηρετεί τον ρόλο με ευγένεια. Υπέροχη και η άλλη Ελληνίδα σε αυτήν την παραγωγή, η σοπράνο Μυρτώ Παπαθανασίου, στον ρόλο της Donna Anna, ιδιάιτερα στην άρια ‘Νon mi dir που αναδεικνύει την αιθέρια φωνή της. Πιο πολύ από όλους όμως με γοήτευσε ο Leporello, ο βαρίτονος Vito Priante, που με το ζεστό ‘μέταλλο’ της φωνής του σκιαγραφεί υπέροχα τόσο τα κωμικά όσο και τα δραματικά στοιχεία του ρόλου και αναδεικνύεται σε πρωταγωνιστής του έργου. Οι τραγουδιστές με τους οποίους συνεργάζεται ο Κουρεντζής μπορεί να μην είναι τα ‘πρώτα ονόματα’, όμως είναι αξιοπρεπέστατοι και κάτω από την καθοδήγηση και διδασκαλία του αρχιμάστορα λάμπουν.

Ο Κουρεντζής είναι νομίζω μια ενδιαφέρουσα περίπτωση. Αυτό που βρίσκω πιο ενδιαφέρον από την προσωπική του ιστορία είναι το γεγονός ότι αποφάσισε να ακολουθήσει στην έως σήμερα καλλιτεχνική πορεία του τον τραχύ δρόμο. Ενώ θα μπορούσε να είναι αρχιμουσικός σε έτοιμα, δουλεμένα μουσικά σύνολα, αυτός επέλεξε την ‘εξορία’ στο άσημο Perm, και τη δημιουργία ‘ἐκ μὴ ὄντος’, ενός δικού του συνόλου, με τα προσωπικά του κριτήρια και αισθητικές απαιτήσεις, φτιάχνοντας έτσι μια δική του μουσική οικογένεια. Φαίνεται με αυτόν τον τρόπο να ακολουθεί το παράδειγμα των μεγάλων αρχιμουσικών, που αναβίωσαν την μουσική την παιγμένη με ιστορικά όργανα εποχής από τις δεκαετίες του ’60 και επέκεινα (Ν. Harnoncourt, JE Gardiner, P. Herreweghe κα), οι οποίοι επίσης δημιούργησαν τα δικά τους σύνολα και μας έκαναν να ακούσουμε την μουσική με άλλα αυτιά (σημειωτέον ότι και οι MusicAeterna παίζουν επίσης σε ιστορικά όργανα). Αποδεικνύεται έτσι περίτρανα ότι οι πραγματικά μεγάλοι δεν χρειάζονται ένα ‘έτοιμο’ περιβάλλον για να ‘ευδοκιμήσουν’ και να δημιουργήσουν, το περιβάλλον το διαμορφώνουν μόνοι τους με τη δύναμη του ταλέντου και της ψυχής τους, ακόμα κι αν βρίσκονται σε μια μικρή και ασήμαντη πόλη της απέραντης Ρωσικής ενδοχώρας. Το Perm γίνεται σημαντικό χάριν στον Κουρεντζή και όχι το αντίθετο. Γίνεται ο μουσικός ομφαλός της γης, στην ‘ακρώρεια της Ευρώπης’. Και το μυστικό είναι ακριβώς εκεί, στην ψυχή και στο ταλέντο αλλά και στις προτεραιότητες που βάζει ο καθένας μας στη ζωή του. Και η προτεραιότητα του Κουρεντζή, ιδίοις έπεσι, ήταν: ‘να δημιουργήσω έναν κόσμο, που να μπορώ να μοιράζομαι με άλλους, όχι μια καριέρα….’. Δηλώσεις σαν αυτές με πείθουν ότι έχουμε μπροστά μας έναν αληθινό καλλιτέχνη που θα μπορούσε να αποτελέσει έναν ακόμα κρίκο στην μικρή αλλά πολύτιμη αλυσίδα των Σκαλκώτα, Μητρόπουλου, Κάλλας, Ξενάκη και Χρήστου.

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s