‘The moment you cheat for the sake of beauty,
you know you’re an artist!’
David Hockney
Καθώς φθάνει ο ο κύκλος αυτών των κειμένων σε ένα κάποιο κλείσιμο, ας μου επιτραπεί ένα λίγο πιο προσωπικό σημείωμα. Το ερώτημα που κυριαρχεί στη σκέψη μου ετούτη εδώ την ώρα είναι ‘γιατί;’ Γιατί έγραψα όλα αυτά τα κείμενα; Τί με ώθησε; Ποιός ο σκοπός, και ποιό το κίνητρο; Η απάντηση, όπως πάντα, δεν είναι απλή και σίγουρα δεν μπορεί να είναι μονοδιάσταστη. Μια πρώτη, ειλικρινής, απάντηση θα ήταν η ματαιοδοξία. Τα κείμενα γράφτηκαν από μιαν ανάγκη να διαβαστούν και ν’ακούσει ο συγγραφέας τους έναν καλό λόγο, μιαν επιβράβευση, μιαν αναγνώριση απ’αυτούς που πραγματικά ‘μετράνε’ για τον ίδιο. ‘Απόδειξη’ της ματαιοδοξίας αυτής δεν είναι άλλη από τη δημοσίευση αυτών των κειμένων· δεν είναι αρκετό το γράψιμο αλλά και η κοινοποίηση των γραφομένων. Αντιστικτικά ας σκεφτούμε εδώ μονάχα τον Fernando Pessoa· όταν άνοιξαν το περίφημο μπαούλο στο διαμέρισμά του στη Λισαβώνα, βρέθηκαν μπροστά σε πάνω από 25.000 σελίδες αδημοσίευτων γραφτών. Κι ας μνημονεύσουμε για μια μόνη στιγμή τον αγνό και αυθεντικό Ποιητή. Για τον αληθινό ποιητή η ανάγκη να γράφει είναι σχεδόν υπαρξιακή! Ίσως όμως η ματαιοδοξία να μην είναι αρκετή να εξηγήσει το γιατί. Μια άλλη ισχυρή δύναμη που με ώθησε να γράψω όσα έγραψα ήταν χωρίς αμφιβολία η αγάπη μου για τις ιδέες και τη γλώσσα μας. Η γενεσιουργός αιτία υπήρξε πάντοτε μια ιδέα. Μια ιδέα λαμπρή, προκλητική, ανατρεπτική, μια ιδέα που κάνει τους ανθρώπους να δουν τα πράγματα και την πραγματικότητα μέσα από ένα διαφορετικό πρίσμα. Και μια γλώσσα ιερή, με λέξεις που ηχούν σαν θεία μουσική, σαν μια ορφική λύρα, που η ηχώ τους ταξιδεύει μέσα από το μακρύ σπήλαιο αιώνων έως τα σήμερα, με λέξεις από τον Όμηρο ( ἐν ἀρχῇ ἦν ο Όμηρος…), τους αρχαίους τραγικούς, τους φιλοσόφους μας, τον Χριστό, τους πατέρες της ανατολικής ορθόδοξης εκκλησίας, την ιλλιγιώδους ομορφιάς βυζαντινή υμνογραφία μας. Κι όλες αυτές ανακατεμένες σε μιαν αδιάσπαστη ενότητα. Στόχος η καλλιέπεια. Δεν αρκεί μόνο τι θα πεις αλλά και πως θα το πεις. Πάντοτε φυσικά με την αισθητική του συγγραφέα που μπορεί να μην τους αγγίζει όλους ή να αγγίζει ελάχιστους. Κι αυτή εδώ είναι μια ακόμη ανάγκη. Η έκσταση που φέρνει το μοίρασμα και η κοινή μετοχή· συγγραφέας και αναγώστες να συντονιστούν διανοητικά και ψυχικά. Μεγάλη ανάγκη αυτή που σπάνια ικανοποιείται…
Μια ακόμη ανάγκη μου υπήρξε αυτή του να αφήσω ένα κάποιο ίχνος πίσω μου πριν ο θάνατος τα αφανίσει όλα. Να αφήσω κάτι που να μαρτυρεί τί με συγκίνησε, τί με εξέγειρε, τί με εξόργισε, τί με ενέπνευσε, τί με συνεπήρε από τον κόσμο των ιδεών, της τέχνης, της πολιτικής, της κοινωνικής ζωής. Ένα μικρό δέιγμα του ποιός είμαι, ενθύμιο για τα παιδιά μου. Είναι τόσο δύσκολο να εξηγήσουμε στους άλλους ποιοί είμαστε, κι ακόμη δυσκολότερο για τους ίδιους να κατανοήσουμε την ουσία της ύπαρξής μας, που αυτά τα κείμενα αποτελούν ένα απειροελάχιστο μόνο κλάσμα του είναι μου. Όχι φυσικά γιατί είμαι κάτι ιδιαίτερο, αλλά γιατί όλοι οι άνθρωποι είμαστε εξαιρετικά πολυσύνθετοι και πολύπλοκοι. Και τα γραπτά-ίσως τα φυσικά περισσότερο από τα ηλεκτρονικά- μένουν…Παρ’όλα αυτά, εάν θέλω να είμαι απολύτως ειλικρινής με τον εαυτό μου, η μεγαλύτερη ανάγκη που με ώθησε στο γράψιμο ήταν η ανάγκη της δημιουργικότητας. Αυτή η ανάγκη είναι έμφυτη και ισχυρή στον άνθρωπο, κι ας μην την υποτιμούμε. Για τα τελευταία 9 χρόνια, το γράψιμο υπήρξε το…εργόχειρο μου. Δεν υπάρχει-για μένα-τίποτε πιο ηδονικό από το να φτιάξει ο άνθρωπος κάτι ωραίο από το μηδέν. Να γεμίσει μια σελίδα με μαύρα στίγματα, να εκφράσει ιδέες που μεταρσιώνουν το πνεύμα, να επιλέξει το πως θα δομήσει τη σκέψη του, να διαλέξει τις κατάλληλες και ωραιότερες λέξεις από έναν ωκεανό λέξεων, να βρει μια ωραία φράση για την προμετωπίδα, μια όμορφη εικόνα, ένα έργο τέχνης, αλλά και μια όμορφη μουσική συχνά συνοδευμένη από μια ενδιαφέρουσα μικρή ιστορία για να διανθίσει τη σελίδα. Να γίνει έτσι η σελίδα μια έκρηξη πνεύματος, τέχνης, ομορφιάς. Δεν ξέρω εάν το κατάφερα, αλλά σας το ομολογώ με όση ειλικρίνεια μπορώ να διαθέτω, εγώ το καταευχαριστήθηκα…
Το ερώτημα γιατί γράφουμε γίνεται ακόμη πιο επίκαιρο στην εποχή μας, την εποχή της τεχνητής νοημοσύνης. Αυτό το απίστευτο εργαλείο, που ας μην ξεχνούμε ότι είναι δημιουργία του ανθρώπινου νου, φαίνεται να αντικαθιστά όλο και περισσότερο την ανθρώπινη γραφή. Και φαίνεται να μπορεί να γράψει καλύτερα από την πλειοψηφία των ανθρώπων, αν κι αυτό το ‘καλύτερα’ χρήζει ορισμού. Υπάρχει άραγε η πιθανότητα-για να μην πω ο κίνδυνος-ο άνθρωπος του μέλλοντος να σταματήσει να γράφει; Κι αν ναι, τί θα σήμαινε αυτό για τον ίδιο τον άνθρωπο και την ανθρωπότητα; Η γραφή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ανάγνωση. Κανείς δεν μπορεί να γράψει εάν δε διαβάσει πρώτα. Κι αν χάσουμε την ανάγνωση, θα χάσουμε τη βασικότερη έως τώρα, μαζί με τη βιωμένη εμπειρία μας, πηγή γνώσης. Κι αν χάσουμε τη βασική πηγή γνώσης, πως θα γεννηθούν νέες και πρωτότυπες ιδέες; Πώς θα μπορέσει το ανθρώπινο πνεύμα, η τέχνη κι η επιστήμη να εξελιχθούν; Την ίδια στιγμή ο γραπτός λόγος υπήρξε για αιώνες το όχημα για να εκφράσει ο άνθρωπος σκέψεις σύνθετες και έννοιες αφηρημένες. Ο προφορικός λόγος είναι ανεπαρκής να αποτυπώσει την αναλυτική, συνθετική και διαφορική σκέψη του ανθρώπου. Ο γραπτός λόγος απαιτεί άλλες ποιότητες από τον προφορικό· απαιτεί συγκρότηση, δόμηση και επεξεργασία. Και γι’αυτό δυσκολεύονται τα παιδιά σήμερα να εκφράσουν συγκροτημένα τη σκέψη τους, γιατί δεν ξέρουν πως να γράφουν. Το γράψιμο απαιτεί επίσης πολύ κόπο και πολλή προσπάθεια. Απαιτεί πολλή σκέψη, πολλά σβησίματα και ξαναγραψίματα, απαιτεί πολλές…πτώσεις. Αυτή τη δυσκολία τήν χάνουμε με την τεχνητή νοημοσύνη. Και γιατί αυτό είναι κακό θα αντιτείνει κάποιος; Δεν πιστεύω στην ‘ιδεολογικοποιημένη’ δυσκολία. Στο Καζαντζακικό εκείνο ‘από τις δυο στράτες, διαλέγω τον ανήφορο’. Όχι. Αλλά η δυσκολία γαλβανίζει τον άνθρωπο, τον κάνει χαλκέντερο, πιο ανθεκτικό, πιο ισχυρό, αλλά ταυτόχρονα, λόγων των πτώσεων και των αποτυχιών, και πιο ταπεινό και περισσότερο σοφό. Έτσι προχώρησε ο άνθρωπος ως τα τώρα. Κι όταν παρά τις δυσκολίες το έργο φτάσει τελικώς σε κάποιο πέρας, η ικανοποίηση κι η χαρά είναι απείρως μεγαλύτερες από το να σου προσφέρει μια μηχανή το ίδιο αποτέλεσμα με το πάτημα ενός πλήκτρου μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Γιατί να στερηθεί αυτή τη χαρά ο άνθρωπος; Κι ακόμη σημαντική παράμετρος αποτελεί ο χρόνος. Χρειάζεται χρόνο ο ανθρώπινος εγκέφαλος για να κατανοήσει την πληροφορία και να την μετασχηματίσει σε στέρεη γνώση. Πλέον οι περισσότεροι από εμάς διαβάζουμε γρήγορα, αλιεύουμε πληροφορίες από μηχανές αναζήτησης ως μια πρόχειρη απάντηση στις ερωτήσεις μας, η ανάγνωση και η γραφή γίνονται πλέον στο…πόδι. Χάσαμε την ησηχία του γραφείου μας, εκεί όπου θα καθήσουμε με τα βιβλία ανοιχτά μπροστά μας, κάτω από τη λάμπα μας, με το μολύβι στα χέρια για να υπογραμμίσουμε και να σημειώσουμε, με επαρκή χρόνο για να σκεφτούμε πάνω σ’αυτά που διαβάζουμε ή γράφουμε. Σήμερα όλοι παίρνουμε γρήγορες απαντήσεις αλλά δεν μπορούμε να φτάσουμε ποτέ έτσι στην πραγματική γνώση και ουσία των νοουμένων. ‘Where is the knowledge we have lost in information?’ κατά πως θα’λεγε κι ο T.S. Eliot. Κι η ποίηση; Και η λογοτεχνία; Ποιός θα γράψει κείμενα υψιπετή στο μέλλον; Θα μπορέσουν τα γραπτά της τεχνητής νοημοσύνης να συγκινήσουν τον άνθρωπο; Τολμώ να πω όχι. Εάν δε βασανιστεί, δεν συντριβεί, δεν πονέσει, δεν ερωτευτεί μια ανθρώπινη ψυχή, δεν μπορεί να γράψει φράσεις και στίχους που να συγκλονίσουν. Εάν ο Hemingway δεν είχε διανύσει τα σκοτεινά μονοπάτια που είχε διανύσει θα μπορούσε ποτέ να γράψει τη φράση ‘You are tired old man…you are tired inside’; Μια φράση που με την απλότητα και την αλήθεια της έρχεται να αγγίξει τις ψυχές μυριάδων ανθρώπων που τη διάβασαν και θα τη διαβάζουν στο μέλλον. Ή θα μπορούσε ποτέ μια μηχανή να γράψει μια φράση σαν αυτή του Pessoa; ‘Αισθάνομαι τόσο μόνος, που νιώθω την απόσταση ανάμεσα σε μένα και τα ρούχα μου’. Και θα μπορούσαν ποτέ οι μηχανές να παράγουν πρωτότυπες ιδέες; Η δική μου αίσθηση είναι πως όχι. Γιατί δε διαθέτουν τα βασικότερα χαρακτηριστικά που ξεχωρίζουν τον άνθρωπο από τ’ άλλα ζώα και τις μηχανές · τη φαντασία και τη διαίσθηση! Κι αν ποτέ την αποκτήσουν, τότε αυτό θα είναι, νομίζω, το τέλος του ανθρώπινου είδους όπως το γνωρίζουμε…
Κάπου εδώ κλείνει ένας κύκλος. Στην αυγή μιας απίστευτης, πρωτόγνωρης, και απρόβλεπτης τεχνολογικής επανάστασης. Πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα στο μέλλον κανείς νομίζω δεν μπορεί να πει με σιγουριά. Η μόνη μου ευχή είναι οι άνθρωποι να μη χάσουμε την τέχνη· την ποίηση, τη ζωγραφική, τη μουσική, τη γλυπτική, τη φιλοσοφία. Τα ιερά και τα όσια της ανθρώπινης ουσίας μας.
Dronfield, 13 Ιουνίου 2026.
Η εικόνα της προμετωπίδας ανήκει στον David Hockney (1937-2026) και επιγράφεται ‘My parents’, αφού απεικονίζει τη Laura και τον Kenneth Hockney, γονείς του καλλιτέχνη. Το έργο ιστορήθηκε το 1977 και ανήκει στην Tate Britain. Ο David Hockney εγκατέλειψε τον κόσμο μας, μια για πάντα, μια μόλις μέρα πριν τη συγγραφή αυτού του άρθρου.
Για την καταληκτική μουσική αυτής της σειράς κειμένων αμφιταλαντεύτηκα μεταξύ του Johan Sebastian Bach (γιατί σαν τον Ιωάννη Σεβαστιανό δεν έχει…) και της δημοτικής μας μουσικής. Τελικώς νίκησαν οι καταβολές κι οι ρίζες. Ακούστε εδώ το ωραιότερο ελληνικό τραγούδι όλων των εποχών! Το ‘Μεγάλο Καλαματιανό’. Εάν με ρώταγε κάποιος ποιό τραγούδι ‘μυρίζει’ Ελλάδα, θα του έλεγα αυτό. Εδώ το τραγουδάει η μεγάλη Γιώτα Λύδια, που έλεγε τα δημοτικά εξίσου καλά με τα λαϊκά τραγούδια.